Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2020

Η μη επικύρωση της CETA είναι Δικαίωμα και ενισχύει τη Δημοκρατία | Expropriating democracy: on the right and legitimacy of not ratifying CETA

[Κατανοώντας την CETA - Έκδοση 2016 - Προσυπογράφουν οι ΦτΦ]

Η μη επικύρωση της CETA είναι Δικαίωμα και ενισχύει τη Δημοκρατία 

Expropriating democracy: on the right and legitimacy of not ratifying CETA

[ΠΗΓΗ: EJIL:Talk!Blog of the European Journal of International Law]

Το κείμενο είναι μιας ομάδας επιστημόνων (Alessandra Arcuri, FedericaVioli, KylaTienhaara, David Schneiderman, Laurens Ankersmit and Harm Schepel) και δημοσιεύθηκε σε διάφορα sites στο εξωτερικό.

Τη μετάφραση έκανε η Καίτη Μυλωνά, μέλος της STOP TTIP CETA TiSA Greece και των ΦΙΛΩΝ της ΦΥΣΗΣ

Τον Μάιο του 2020, η χαλαρή ιστορία στην επικύρωση της CETA προσγειώθηκε σε μια διχοτομημένη Ολλανδική Γερουσία. Η ημερομηνία της αποφασιστικής ψηφοφορίας στη Γερουσία εξαρτάται από την απάντηση της κυβέρνησης σε ερωτήματα που θέτουν οι γερουσιαστές. Οι ακαδημαϊκοί έχουν προτείνει ότι οι Κάτω Χώρες θα πρέπει να επικυρώσουν τη CETA, διότι το να μην το πράττει αυτό «θα ήταν ένα πολύ αρνητικό σήμα» «στη σημερινή διεθνή έννομη τάξη». Σε μια κάπως παρόμοια πτέρυγα, το κοινοβούλιο της Κύπρου έχει δεχθεί επίπληξη, επειδή απέρριψε τη CETA. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο ομάδες επιχειρημάτων που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη συζήτηση της νομιμότητας και της νομιμότητας της επικύρωσης της CETA από τα κράτη μέλη, τα οποία ενδέχεται να έχουν υποτιμηθεί στις προαναφερθείσες αναλύσεις. Το πρώτο είναι ότι τα εθνικά κοινοβούλια έχουν μια υγιή νομική βάση για να μην επικυρώσουν τη CETA. Το δεύτερο είναι ότι δεν είναι μόνο νόμιμο αλλά απολύτως νόμιμο να μην επικυρώσουμε μια συμφωνία, συμπεριλαμβανομένου ενός μηχανισμού επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτών-κρατών, ενός από τους πιο αμφιλεγόμενους θεσμούς της σύγχρονης διεθνούς έννομης τάξης. Υποτιμώντας τη νομιμότητα και τη νομιμότητα αυτής της επιλογής, υποστηρίζουμε, είναι αρνητικό για τη δημιουργία μιας ισχυρότερης και καλύτερης Ευρώπης και διεθνούς κοινότητας.

Συμπερίληψη του διακανονισμού διαφορών επενδυτή-κράτους ως απαραίτητης και επαρκούς προϋπόθεσης για να μην επικυρωθεί η CETA

Όπως είναι γνωστό, το γεγονός ότι η CETA είναι μια μικτή συμφωνία είναι το αποτέλεσμα της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών στις Συνθήκες της ΕΕ. Ως ζήτημα της νομοθεσίας της ΕΕ, η ΕΕ απλώς δεν έχει την εξουσία να συνάψει μόνη της το σύνολο της συμφωνίας και, ως εκ τούτου, χρειάζεται τα κράτη μέλη, και κατά συνέπεια τα εθνικά κοινοβούλια, να επικυρώσουν τη συμφωνία. Η συμπερίληψη ενός μηχανισμού επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτών-κρατών στις εμπορικές συμφωνίες είναι αυτό που κάνει αυτές τις συμφωνίες ανάμικτες (σκέψεις 291-92 των προτάσεων CJEU 2/15). Με άλλα λόγια, τα κράτη μέλη πρέπει να επικυρώσουν τη CETA για αυτήν την πτυχή της συμφωνίας, διαφορετικά η ΕΕ θα ενεργούσε υπέρ. Αξίζει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι απλώς δεν υπήρχε πλειοψηφία στο Συμβούλιο που θα επέτρεπε στην ΕΕ να συνάψει τη συμφωνία. Αυτό έγινε επίσης σαφές στις διαπραγματευτικές οδηγίες του 2011, οι οποίες θεωρούν ότι η διευθέτηση διαφορών στον τομέα των επενδύσεων είναι «μικτή αρμοδιότητα». Και αυτό ισχύει, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το CJEU θεώρησε αργότερα ότι τα ουσιαστικά επενδυτικά πρότυπα στη CETA είναι συμβατά με το δίκαιο της ΕΕ. Η ανάμιξη των δύο θεμάτων - επικύρωση και συμβατότητα με το δίκαιο της ΕΕ - θα ήταν λάθος αναλυτικά και ουσιαστικά.

Εν ολίγοις, η συμπερίληψη ενός μηχανισμού ISDS είναι απαραίτητη και επαρκής προϋπόθεση για να μην επικυρωθεί η συμφωνία για τα εθνικά κοινοβούλια. Σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τη δημιουργία μηχανισμού επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτών-κρατών στην CETA έχουν εγγραφεί από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και συζητήθηκαν στην Ολλανδική Γερουσία. Για να υποστηρίξουμε ότι όταν συζητούνται άλλα θέματα που σχετίζονται με τη CETA, αυτό ισοδυναμεί με «παράκαμψη» της αποκλειστικής αρμοδιότητας της ΕΕ, μπορεί τότε να θεωρηθεί ως άλογο.

Το Σύστημα CETA Investment Court (ICS) ως όριο για μια ουσιαστική πραγματοποίηση της δημοκρατίας

Πέρα από το καθαρά νομικό επιχείρημα (η μίξη απαιτεί επικύρωση από τα κράτη μέλη), η συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων είναι ζωτικής σημασίας, διότι τα δικαιώματα των επενδυτών θεωρούνται ευρέως προβληματικά τόσο για τη λειτουργία της φιλελεύθερης δημοκρατίας όσο και για την πραγματοποίηση μιας πράσινης μετάβασης. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το CETA ICS είναι πολύ βελτιωμένο έναντι του υπάρχοντος ISDS. Υπάρχουν δύο πλάνες που σχετίζονται με αυτόν τον συλλογισμό. Πρώτα απ 'όλα, το CETA ICS θα καθιερώσει έναν μηχανισμό που μέχρι στιγμής δεν υπάρχει μεταξύ των περισσότερων κρατών μελών της ΕΕ και του Καναδά. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει BIT μεταξύ Κάτω Χωρών και Καναδά. Σε μια προσπάθεια να υποβαθμιστεί η απειλή του ISDS για τη ρύθμιση του δημοσίου συμφέροντος, υποστηρίχθηκε αναγωγικά ότι στις Κάτω Χώρες δεν ασκήθηκε ποτέ αγωγή υπό το ISDS. Ωστόσο, στα υφιστάμενα ολλανδικά BIT, οι Κάτω Χώρες είναι κυρίως εξαγωγέας κεφαλαίων. Ως εκ τούτου, είναι απίθανο να μηνυθεί. Αλλά αυτή η δυναμική μπορεί να αλλάξει με μια συμφωνία με τον Καναδά. Στο πλαίσιο της NAFTA, κινήθηκαν υποθέσεις εναντίον των ΗΠΑ και του Μεξικού από ένα ευρύ φάσμα Καναδών επενδυτών, από κτηνοτρόφους έως φαρμακευτικές εταιρείες. Επιπλέον, η CETA ανοίγει επίσης την πόρτα σε διαφορές με οποιαδήποτε αμερικανική εταιρεία που έχει ουσιαστικά επιχειρηματικά συμφέροντα στον Καναδά. Οι Αμερικανοί επενδυτές μπορούν εύκολα να διοχετεύσουν τις επενδύσεις τους μέσω καναδικών θυγατρικών, όπως ήδη κάνουν πολλοί.

Η δεύτερη πλάνη σχετικά με το επιχείρημα ότι το CETA ICS λύνει τα προβλήματα του ISDS είναι ότι - στην πραγματικότητα - δεν το κάνει. Από καθαρά διαδικαστική σκοπιά, πολλοί μελετητές έχουν ήδη επισημάνει πώς η CETA δεν προχωρεί αρκετά στην αντιμετώπιση ορισμένων από τις θεμελιώδεις ανησυχίες. Για παράδειγμα, δεν περιλαμβάνει κανόνα σχετικά με την εξάντληση των εγχώριων ένδικων μέσων. Ούτε προβλέπει τις ανταπαιτήσεις και τις υποχρεώσεις των επενδυτών. Αυτό τοποθετεί το σύστημα ICS αρκετά πίσω από τις πρόσφατες εξελίξεις τόσο στη διαμόρφωση της Συνθήκης όσο και στην ερμηνεία της διαιτητικής νομολογίας. Το Κεφάλαιο 8 της CETA εφαρμόζει επίσης κανόνες για εξωγενή διαιτησία, αντί να εισάγει προσαρμοσμένους διαδικαστικούς κανόνες ICS. Πάνω απ'όλα, ο δικαστικός μηχανισμός επενδυτών-κράτους, είτε σύμφωνα με την παραδοσιακή διαιτησία ISDS ή ICS, μπορεί να θεωρηθεί εμπόδιο για την πραγματοποίηση δημοκρατικών ιδεών λόγω της ασύμμετρης αρχιτεκτονικής του, η οποία παρέχει στους ξένους επενδυτές έκτακτα δικαιώματα προσφυγής στη διεθνή διαιτησία, με την υπόλοιπη κοινωνία να αποκλείεται από το σύστημα. Δεν υπάρχει άλλο σύστημα στο διεθνές νομικό τοπίο που παρέχει τόσο μεγάλη δύναμη στους ιδιωτικούς φορείς. Εάν η δημοκρατία εξακολουθεί να επιδιώκει να αντιπροσωπεύει ουσιαστικά όλους και να παρέχει σε όλους ίση πρόσβαση στη δικαιοσύνη, τα δικαιώματα των επενδυτών δεν ενισχύουν τη δημοκρατική πρακτική. Η απειλή ενός τέτοιου συστήματος για τη ρύθμιση του δημοσίου συμφέροντος έχει μελετηθεί αρκετά.

Υποστηρίζοντας ότι η λαϊκή κατακραυγή κατά του ISDS είναι αμελητέα και ότι θα ήταν παράνομο να απορρίψουν τα ευρωπαϊκά εθνικά κοινοβούλια, η CETA φαίνεται όχι μόνο αναλυτικά αδύναμη, αλλά κινδυνεύει επίσης να αναπαραγάγει ένα επικίνδυνο τεχνοκρατικό μοντέλο της ΕΕ, το οποίο ακολουθεί την ίδια λογική των υπερ-λαϊκιστών και θα μπορούσε να θεωρείται ως αναπόσπαστο μέρος της τρέχουσας κρίσης νομιμοποίησης της ΕΕ. Τελικά μια τέτοια στάση των θεσμικών οργάνων της ΕΕ μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά σε μια Ένωση που εξακολουθεί να πονάει από το Brexit.

CETA ICS: ένα εμπόδιο σε μια πράσινη μετάβαση

Αξίζει επίσης να αντικατοπτριστεί ότι το ανησυχητικό ερώτημα δεν είναι ο αναμενόμενος αριθμός διαφορών, αλλά είναι πώς αυτό το σώμα δικαίου θα μπορούσε να κινητοποιηθεί από αδίστακτους εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων για να σταματήσει ή απλώς να καθυστερήσει την απαραίτητη ρύθμιση, οδηγώντας στο φαινόμενο της ρυθμιστικής ψύχρας. Η πραγματική, ακόμη και απειλή, χρήση ενός μηχανισμού επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτών-κρατών μπορεί επίσης να αυξήσει το κόστος της ενεργειακής μετάβασης. Οι χώρες της ΕΕ ενδέχεται να καταλήξουν να καταβάλλουν αποζημίωση για μέτρα που επιτρέπονται ή ακόμη και είναι υποχρεωτικά βάσει της εθνικής ή της κοινοτικής νομοθεσίας. Ή μπορεί να εκφοβισθούν για να πληρώσουν περισσότερη αποζημίωση από ό, τι διαφορετικά θα έπρεπε να πληρώσουν. Η απειλή της εταιρείας ενέργειας Uniper να κινήσει διαφορά βάσει της Συνθήκης για την Ενέργεια εναντίον της ολλανδικής κυβέρνησης για την απόφασή της να καταργήσει τον άνθρακα σταδιακά, είναι μια περίπτωση, που το αποδεικνύει. Ακόμη και αν η ολλανδική κυβέρνηση διατηρήσει την πολιτική αυτή, ενδέχεται να καταλήξει να εκτρέψει δημόσιους πόρους (οι οποίοι διαφορετικά θα δαπανηθούν κατά τη μετάβαση σε μια πράσινη και δικαιότερη οικονομία) σε μια ιδιωτική εταιρεία και τους μετόχους της. Στη Γερμανία, ορισμένοι ισχυρίστηκαν ότι η κυβέρνηση υπεραντισταθμίζει εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας άνθρακα για να αποφύγει τους ισχυρισμούς ISDS κατά του σχεδίου «εξόδου άνθρακα». Γενικότερα, η ευθύνη των βιομηχανικών παραγωγών άνθρακα έχει θεωρηθεί βασική προϋπόθεση για μια ταχεία ενεργειακή μετάβαση. Στη νοοτροπία αποζημίωσης της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων για περιβαλλοντικές πολιτικές, πιθανώς τροφοδοτούμενη από το ISDS, πρέπει επομένως να υπάρξει αντίσταση. Ακόμα και όταν ένα κράτος αντιστέκεται στην πίεση, υπερασπίζεται μια πολιτική στο ISDS και κερδίζει, πιθανότατα θα πρέπει να εκτρέψει τους λιγοστούς πόρους από χρήσιμη κοινωνική δράση σε δικηγορικά γραφεία, που είναι μεταξύ των κυριότερων δικαιούχων του συστήματος (σκεφτείτε την υπόθεση PhilipMorris, στην οποία η αυστραλιανή κυβέρνηση έχει δαπανήσει περίπου 24 εκατομμύρια δολάρια για νόμιμα εξωτερικά τέλη και έξοδα διαιτησίας). Και αυτό συνδυάζεται με ένα σύστημα επιβολής μιας ασύγκριτα εκτεταμένης προσέγγισης μέσω της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958.

Μόλις πετύχει αυτή η διαδικασία, ένας Καναδός ή Ευρωπαίος επενδυτής θα μπορεί να ζητήσει την εκτέλεση ενός βραβείου σε 164 διαφορετικές χώρες - εκτός της ΕΕ και του Καναδά, δηλαδή - μέσω μιας πολύ βελτιωμένης διαδικασίας. Τα ολλανδικά (ή οποιαδήποτε εγχώρια) δικαστήρια ή ακόμη και το CJEU δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να το αποτρέψουν, ακόμα κι αν θεωρούν ότι το βραβείο είναι ασυμβίβαστο με το κοινοτικό ή το εθνικό δίκαιο.

Το πιο αξιοσημείωτο, εάν επικυρωθεί η CETA, είναι ότι μια τρομακτική ρήτρα λήξης ισχύος διασφαλίζει ότι η συμφωνία παραμένει εφαρμόσιμη προς όφελος των επενδυτών για 20 χρόνια μετά τη λήξη της CETA. Θα μπορούσε κανείς να πιστεύει ότι η ΕΕ θα είχε μάθει κάτι από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά την προσπάθεια εκσυγχρονισμού της Συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας, η οποία περιέχει επίσης μια τέτοια ρήτρα. Η ρήτρα επιβίωσης στην ECT καθιστά πρακτικά αδύνατο για οποιοδήποτε κράτος να υποστηρίξει αξιόπιστα ότι θα αποσυρθεί από τη συνθήκη εάν οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι σημαντικές, διατηρώντας έτσι το status quo.

Μη επικύρωση της CETA, ως ανοίγματος του δρόμου προς τον προοδευτικό διεθνισμό

Είναι επίσης σημαντικό να σκεφτούμε ευρύτερα τις επιπτώσεις της διαιτησίας κράτους επενδυτή πέρα από μια καθαρή εθνικιστική προοπτική. Για παράδειγμα, εάν η Shell είχε ακυρώσει ένα έργο ΥΦΑ στον Καναδά, επειδή η εταιρεία δεν είχε λάβει δωρεάν προηγούμενη και ενημερωμένη συναίνεση των ντόπιων αυτόχθονων, θα μπορούσε η ολλανδική κοινότητα να υποστηρίξει την εταιρεία που χρησιμοποιεί τη CETA για να μηνύσει τον Καναδά; Τι γίνεται αν το έργο ακυρωθεί προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο πλανήτης δεν θερμαίνεται περισσότερο από 1,5 βαθμούς; Ελλείψει συμφωνίας μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά, οι Κάτω Χώρες απλώς δεν θα έχουν λόγο να αποφασίσουν εάν οι ισχυρισμοί αυτοί ευσταθούν.

Από τη μία πλευρά, η ολλανδική κοινότητα, ως μέρος μιας παγκόσμιας κοινότητας σε έναν κοινό πλανήτη, έχει πολλά να χάσει από τη συμπερίληψη του ICS στην CETA, ακόμη και αν καμία υπόθεση δεν καταχωριστεί ποτέ επίσημα κατά της ολλανδικής κυβέρνησης. Από την άλλη πλευρά, τι πρέπει να κερδίσει η ολλανδική κοινότητα; Η αρχική υπόσχεση των επενδυτικών συνθηκών ήταν ότι θα προωθούσαν τις επενδυτικές ροές μεταξύ των κρατικών μερών, αλλά δεν υπάρχουν σταθερές ενδείξεις ότι το επιτυγχάνουν στην πράξη. Και σε κάθε περίπτωση, σίγουρα κανείς δεν θα υποστήριζε, ότι οι Καναδοί ήταν απρόθυμοι να επενδύσουν στις Κάτω Χώρες λόγω ανησυχιών ότι δεν θα αντιμετωπίζονται δίκαια στο ισχυρό εγχώριο δικαστικό σύστημα της χώρας.

Σε αντίθεση με όλα αυτά, παραμένει αινιγματικό το πώς από την Ολλανδία πχ και γενικά από την ΕΕ υποστηρίζεται η διαιτησία του «κράτους» των επενδυτών, όταν είναι ασυμβίβαστο με την μελλοντική πολιτική ατζέντα της ΕΕ, όπως η νέα πράσινη συμφωνία. Από αυτό το σημείο υπεροχής, η μη επικύρωση από τις Κάτω Χώρες δεν είναι μόνο νομικά βιώσιμη, αλλά μπορεί να είναι ο μόνος τρόπος για να δημιουργηθεί δυναμική και να προχωρήσουμε προς διαπραγμάτευση πιο προοδευτικών εμπορικών συμφωνιών και να δημιουργήσουμε μια κουλτούρα προοδευτικού διεθνισμού, όπου η βιωσιμότητα δεν είναι απλώς διακοσμητικό προσάρτημα. Η πολιτική βούληση είναι εκεί και ο Καναδάς διαπραγματεύτηκε πιο προοδευτικές συμφωνίες. Η NAFTA που διαπραγματεύτηκε εκ νέου (η συμφωνία ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά ή UMSCA) δεν έχει ISDS μεταξύ των ΗΠΑ και του Καναδά. Ο προεδρικός υποψήφιος, γεμάτος με ελπιδοφόρες υποσχέσεις, JoeBiden δήλωσε τη θέση του εναντίον του ISDS. Πιο μακριά, το Αυστραλιανό Εργατικό Κόμμα διατηρεί την αντίθεσή του στο ISDS από το 2011 και η κυβέρνηση Ardern στη Νέα Ζηλανδία διαπραγματεύτηκε ορισμένες μερικές συμφωνίες με χώρες για τον αποκλεισμό της εφαρμογής του ISDS.

Το ερώτημα λοιπόν είναι: γιατί επιμένουμε να διατηρήσουμε ένα τέτοιο σύστημα, ενώ σταδιακά διαλύεται σε πολλές από τις νέες ή μεταρρυθμισμένες συμφωνίες; Γιατί να διατηρήσετε αυτό το νεοαποικιακό υπόλειμμα που δεν υποστηρίζεται από σταθερές ενδείξεις ότι συμβάλλει στην προώθηση της ανάπτυξης ή του κράτους δικαίου; Επιμένοντας ότι ο μόνος τρόπος για να προχωρήσουμε είναι να αναπαράγουμε παλιά μοντέλα οικονομικής ολοκλήρωσης, τα οποία αναμφισβήτητα επιδεινώνουν την ανισότητα και συμβάλλουν στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος, περιορίζεται το φανταστικό. Η μη επικύρωση της CETA από τα εθνικά κοινοβούλια θα μπορούσε στη συνέχεια να θεωρηθεί ως το άνοιγμα του πολιτικού χώρου για τις διαπραγματεύσεις για τις λεγόμενες πραγματικά «συνολικές» οικονομικές συμφωνίες, που στοχεύουν πραγματικά στην καλλιέργεια της ανθρώπινης ευημερίας εντός των πλανητικών ορίων.


Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2020

Δώρα Κοτσακά: Ιδιωτικοποιήσεις και δημόσιο συμφέρον σε περιόδους κρίσης | Το ISDS επιτρέπει στους ξένους επενδυτές να μηνύουν τις κυβερνήσεις για απώλεια κερδών

[ΠΗΓΗ ΕΔΩ]

Δώρα Κοτσακά: Ιδιωτικοποιήσεις και δημόσιο συμφέρον σε περιόδους κρίσης

Το ISDS επιτρέπει στους ξένους επενδυτές να μηνύουν τις κυβερνήσεις για απώλεια κερδών των εταιρειών σε εταιρικά διαιτητικά πάνελ


MODUS OPERANDI...

...μια στήλη για τον τρόπο που λειτουργούν τα πράγματα


-Το ISDS επιτρέπει στους ξένους επενδυτές να μηνύουν τις κυβερνήσεις για απώλεια κερδών των εταιρειών σε εταιρικά διαιτητικά πάνελ που λειτουργούν υπό καθεστώς μυστικότητας. Οι δικηγόροι κερδίζουν επίσης υπέρογκες αμοιβές. Στόχος τους είναι να αποσπάσουν αποζημιώσεις από τις κυβερνήσεις εξαιτίας των δράσεων στις οποίες προχώρησαν για την προστασία των πληθυσμών τους από τις συνέπειες της κρίσης του Covid-19.

Ήταν το, όχι και τόσο μακρινό, 2015 όταν το κλαδικό περιοδικό των ιδιωτικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον τομέα του νερού δημοσίευσε άρθρο με τίτλο “Ξορκίζοντας τη λέξη που αρχίζει από ‘Ε’’1. Η ακατονόμαστη λέξη που προκαλεί στον κλάδο τέτοιας έκτασης απέχθεια, ώστε δεν μπορεί καν να προφερθεί, είναι η επαναδημοτικοποίηση ή αλλιώς η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο ιδιωτικοποιημένων πόρων και υπηρεσιών σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο. Ο συντάκτης υποστήριζε: “Θα ήταν μία παρωδία να επιτρέψουμε στην ελλιπώς ενημερωμένη προπαγάνδα μίας μικρής μερίδας ΜΚΟ να επηρεάσει τους διαμορφωτές πολιτικών σχετικά με τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στη διαχείριση του νερού. Αυτή η επικίνδυνη ιδέα είναι απίθανο να ληφθεί σοβαρά από αυτούς εξαιτίας των αποτελεσματικών και ορθολογικών επιλογών που έχει λάβει ο ιδιωτικός κλάδος”. Αυτό που το άρθρο παρέλειπε, ήταν ότι η ιδιοκτησία των υπηρεσιών ύδρευσης είναι μία μάχη που ο ιδιωτικός τομέας φαίνεται να χάνει.

Το μάντρα των ιδιωτικοποιήσεων είναι ιδεολογία και όχι οικονομική πολιτική. Τα θεμέλια που έθεσαν οι περίοδοι διακυβέρνησης του Ρήγκαν και της Θάτσερ απέδωσαν καρπούς σε παγκόσμιο επίπεδο τις επόμενες δεκαετίες μέσω θεσμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορείου και η Παγκόσμια Τράπεζα. Πιέζουν για την ιδιωτικοποίηση -με όρους ξεπουλήματος- των δημόσιων πόρων, προκειμένου να προχωρήσουν σε χορήγηση δανείων. Εξαιτίας της κατίσχυσης του νεοφιλελεύθερου δόγματος και της συχνά -αλλά όχι αποκλειστικά- εμπρόθετης κακοδιοίκησης, λέξεις όπως η επαναδημοτικοποίηση ή η κρατικοποίηση δεν θεωρούνται πολύ δημοφιλείς. Ωστόσο, οι αριθμοί δείχνουν την αντίθετη τάση σε παγκόσμιο επίπεδο. Η τεκμηρίωση σχετικά με την αύξηση των τιμών, καθώς και τη χειρότερη ποιότητα των υπηρεσιών και των συνθηκών εργασίας, διαρκώς αυξάνει και εμβαθύνει με στοιχεία που δεν μπορούν πλέον να αγνοούνται. Παράλληλα, διαρκώς αυξάνουν και οι προσπάθειες για την επαναφορά μέρους της κοινής μας περιουσίας, καθώς την τελευταία δεκαετία η αντίσταση στις ιδιωτικοποιήσεις έχει αποδειχθεί ισχυρό εργαλείο πολιτικής αλλαγής.

Μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια είχαμε 1.400 περιπτώσεις επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο σε περισσότερες από 2.400 πόλεις σε 58 χώρες2. Ενδεικτικά, στη Χιλή οι πολίτες ωφελήθηκαν από τις εντυπωσιακά χαμηλότερες τιμές στα φάρμακα με τη δημιουργία 40 νέων δημόσιων φαρμακευτικών εταιρειών. Στην πόλη Dobrich στη Βουλγαρία υπήρξε μείωση 47% στη χρήση ηλεκτρισμού για το φωτισμό των δημόσιων χώρων από τη στιγμή που επαναδημοτικοποίηθηκε η εταιρεία ενέργειας και εγκαταστάθηκαν ενεργειακοί λαμπτήρες LED. Στην Ισπανία έχουμε περισσότερα από 119 παραδείγματα επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο σε υπηρεσίες που καλύπτουν από την ενέργεια και τη διαχείριση αποβλήτων έως τις σχολικές καντίνες και τις υπηρεσίες κηδειών. Όπως και στη Γαλλία, είναι η περίπτωση του νερού που παραμένει εμβληματική. Μόνο στην Καταλονία έχουν υπάρξει 27 περιπτώσεις επαναφοράς από το 20103.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελεσματικότερος τρόπος να αντιμετωπίσουμε τις ιδιωτικοποιήσεις αποδεικνύεται όχι η επαναφορά, αλλά η δημιουργία ενός νέου οργανισμού δημόσιας ιδιοκτησίας που θα ανταγωνιστεί το υπάρχον καρτέλ. Η δημοτική αρχή της πρωτεύουσας της Καταλονίας ήταν αποφασισμένη να αυξήσει την ενεργειακή αυτονομία και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και έδωσε μάχη διαρκείας με τις εταιρείες ενέργειας από την εκλογή της το 2015. Τελικά, τον Ιούνιο του 2019 μία δημόσια εταιρεία αποκλειστικά ανανεώσιμης ενέργειας ξεκίνησε την ηλεκτροδότηση όλων των δημόσιων κτιρίων και υποδομών, καθώς και 20.000 κατοικιών. Εγκαθιστούν ηλιακά πάνελ στις σκεπές των δημόσιων κτηρίων και ελπίζουν σε περαιτέρω επέκταση των δραστηριοτήτων τους4.

Τα οφέλη της επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο

Ωστόσο, η βάση του επιχειρήματος δεν έχει να κάνει μόνο με αριθμούς. Η κρίση του Covid-19 κατέστησε σαφέστερες τις καταστροφικές συνέπειες της χρόνιας λιτότητας, της περικοπής των προνοιακών πολιτικών και της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών. Επιπλέον, κατέδειξε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτές αποτελούν τα θεμέλια των υγειών και ανθεκτικών κοινωνιών. Οι δημόσιες υπηρεσίες είναι περισσότερο σημαντικές σήμερα για την αντιμετώπιση της καταστροφής του κλίματος, των υγειονομικών κρίσεων, των αυξανόμενων ανισοτήτων και της διευρυνόμενης πολιτικής ανασφάλειας. Το μοντέλο των ιδιωτικοποιήσεων και των ΣΔΙΤ (Συμπράξεις Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα) έχει αποτύχει. Κοστίζει περισσότερο, έχουμε χειρότερες υπηρεσίες, λιγότερο έλεγχο επί αυτών και μείωση της δημοκρατικής λογοδοσίας. Συχνά, πρόκειται για φυσικά μονοπώλια, όπως το νερό, όπου ο ανταγωνισμός δεν έχει κανένα νόημα.

Τα οφέλη της επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες: διορθώνουν όσα πήγαν λάθος μετά από δεκαετίες ιδιωτικοποιήσεων, κερδοσκοπίας και σπατάλης, και δημιουργούν μία νέα αντίληψη σχετικά με το τι συνιστά δημόσιο αγαθό. Το πολιτικό πρόταγμα της επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο δεν έχει να κάνει απλά με μία αόριστη μεταφορά πόρων από τον ιδιωτικό τομέα, στο δημόσιο. Αντίθετα, στοχεύει στην αύξηση της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων, στην προώθηση της αρχής της επικουρικότητας, και στη βελτίωση των υπηρεσιών με τρόπο κοινωνικά δίκαιο, περιβαλλοντικά βιώσιμο και προσβάσιμο σε όλους. Η εναλλακτική που αρχίζει να διαγράφεται με σαφήνεια μέσα από τη διεθνή εμπειρία δίνει προτεραιότητα σε ποιοτικές θέσεις εργασίας και στην αειφορία, αντί για τα μερίσματα των μετόχων. Τα μοντέλα διαχείρισης των δημοσίων υπηρεσιών ως κοινών πόρων απαντούν και σε ανάγκες που τίθενται επιτακτικά στη σύγχρονη πολιτική ατζέντα, όπως η επανοικοδόμηση του δημοσίου χώρου, η αίσθηση του ανήκειν και η πολιτική συμμετοχή. Το να παραχωρούμε την κοινή μας περιουσία σε όποια πολυεθνική εταιρία είναι πιο “φτηνή” δεν δείχνει ιδιαίτερη σοβαρότητα ούτε σεβασμό στις κοινότητές μας.

Οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών, σωματεία και τοπικές αρχές κατασκευάζουν νέα υποδείγματα εφαρμοσμένων πολιτικών σχετικά με το πώς επιτυγχάνεται η διεύρυνση και ο επαναπροσδιορισμός της δημόσιας ιδιοκτησίας σε όλα τα επίπεδα. Ιδιαίτερα μετά την εμπειρία της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008 και της υγειονομικής κρίσης του Covid-19, τα ερωτήματα που τίθενται αρχίζουν να αφορούν συνολικότερα την αξιοποίηση του δημοσίου χρήματος ως απαραίτητου εργαλείου, αλλά και το κατά πόσο σε τέτοιες συνθήκες είναι ορθολογικό να παραδίδουμε το μέλλον και τους κοινούς μας πόρους στον ιδιωτικό τομέα. Ερωτήματα όπως το τι θα συνέβαινε εάν το φορολογικό σύστημα και τα δημόσια χρηματοδοτικά εργαλεία μεταρρυθμίζονταν ριζικά προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας, εμβαθύνοντας παράλληλα τη δημοκρατία, προκύπτουν όλο και συχνότερα. Την ίδια στιγμή, πληθαίνουν τα εναλλακτικά εγχειρήματα εφαρμοσμένης αναδιανεμητικής πολιτικής, που αντλούν από τους συλλογικούς πόρους των τοπικών κοινωνιών και δοκιμάζονται στην πράξη5: Από την ακμάζουσα συνεργατική οικονομία στην Κεράλα της Ινδίας μέχρι τα περιφερειακά τραπεζικά ιδρύματα (Ταμιευτήρια) στη Γερμανία, και από την υπό εργατική ιδιοκτησία τράπεζα Banco Popular στη ν Κόστα Ρίκα ως τα χιλιάδες People’s Credit Funds στο Βιετνάμ, διερευνώνται μοντέλα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για ένα δημοκρατικά οργανωμένο και βιώσιμο μέλλον.

Η αυταπάτη του ιδιωτικού τομέα ως σανίδας σωτηρίας και το αποκαλυπτικό παράδειγμα του ISDS

Μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, οι μεγάλες τράπεζες διασώθηκαν με δημόσιο χρήμα και στη συνέχεια επήλθε περικοπή των δημοσίων δαπανών. Αυτό λειτούργησε ως δικαιολογία για την επιβολή αυστηρότερων μέτρων λιτότητας και ενίσχυσε σε μεγάλο βαθμό την άποψη ότι ο δημόσιος τομέας πρέπει να στηρίζεται στην ιδιωτική χρηματοδότηση για την εξάλειψη των υπερβολικών ανισοτήτων και της οικολογικής καταστροφής. Σήμερα, η ιδιωτική χρηματοδότηση όχι μόνο έχει αποτύχει στην αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, αλλά τα έχει εντείνει. Ο δημόσιος τομέας δεν χρειάζεται να βασίζεται στον ιδιωτικό. Ο δημόσιος πλούτος είναι πολύ μεγαλύτερος από ό,τι μπορούμε να φανταστούμε και οι δημόσιες τράπεζες διαθέτουν επαρκείς πόρους ώστε να συγκεντρώσουν τα πολλά τρισεκατομμύρια που απαιτούνται προκειμένου να επενδύσουν σε δημόσιες υπηρεσίες και κλιματικές υποδομές, χωρίς την ανάγκη ιδιωτικής χρηματοδότησης6.

Είναι ενδεικτικό ότι μετά την υγειονομική κρίση του Covid-19 ο Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών επισήμανε την κατεπείγουσα ανάγκη επιστροφής στους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης ως απάντηση στις προκλήσεις που τέθηκαν. Ωστόσο, ο εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών πάνω σε ζητήματα φτώχειας και συνεπειών των ιδιωτικοποιήσεων, Ph. Alston, επισημαίνει σχετικά ότι ελάχιστα έχουν προχωρήσει, επειδή ακριβώς έχουν αφεθεί σε μεγάλο βαθμό στον ιδιωτικό τομέα7. Ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για ένα σχέδιο εξαιρετικά ακριβό στο οποίο είναι απαραίτητο να εμπλακεί ο ιδιωτικός τομέας είναι ανυπόστατος και εξαιρετικά επικίνδυνος, καθώς σύμφωνα με τον ίδιο “ο ιδιωτικός τομέας δεν θα ενδιαφερθεί για το λιγότερο προνομιούχο τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού, θα ενδιαφερθεί να βγάλει κέρδος”. Κάτι που επιβεβαιώθηκε και στην περίπτωση της υγειονομικής κρίσης8.

Την άνοιξη του 2020, κατά τη διάρκεια του lock down, εφαρμόστηκαν 870 διαφορετικές πολιτικές κοινωνικής προστασίας σε 180 χώρες. Από άμεση μεταβίβαση χρημάτων σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες έως έμμεση υποστήριξη σε είδος ή υπηρεσίες. Οι κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Ιρλανδίας πήραν τον έλεγχο των ιδιωτικών νοσοκομείων, προκειμένου να αυξήσουν την ικανότητα υποδοχής τους. Η Ισπανία απαγόρευσε τη διακοπή παροχής νερού, ενέργειας και γκαζιού σε όσους δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν. Το Ελ Σαλβαδόρ εξαίρεσε οικογένειες από την υποχρέωση να πληρώνουν τους λογαριασμούς του νερού, ώστε να είναι σε θέση να πλένουν τα χέρια τους και να εξασφαλίζουν τις απαραίτητες συνθήκες υγιεινής.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, ορισμένες κυβερνήσεις πήραν πρωτοβουλίες με στόχο να σώσουν ζωές, να περιορίσουν την πανδημία, να προστατέψουν θέσεις εργασίας, να αντιμετωπίσουν την οικονομική καταστροφή, και να εξασφαλίσουν την κάλυψη των βασικών αναγκών των πληθυσμών τους. Αυτό που είναι πραγματικά σοκαριστικό είναι ότι όλες αυτές οι πολιτικές προστασίας από την πλευρά των κρατών καταγράφονται από νομικές συμβουλευτικές εταιρείες διεθνούς εμβέλειας που έχουν ως πελάτες τους πολυεθνικές εταιρείες και στη συνέχεια προτείνονται ως εξαιρετικές ευκαιρίες, προκειμένου να μηνυθούν τα κράτη για απώλεια κερδών των εταιρειών. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω ενεργοποίησης της ρήτρας ISDS (Investor State Dispute Settlement)9.

Το ISDS στις πολλές διαφορετικές του μορφές συμπεριλαμβάνεται σε πλήθος εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών, όπως και σε αυτές των ιδιωτικοποιήσεων δημόσιων υπηρεσιών. Επιτρέπει στους ξένους επενδυτές - και μόνο σε αυτούς - να μηνύουν τις κυβερνήσεις σε εταιρικά διαιτητικά πάνελ που λειτουργούν υπό καθεστώς μυστικότητας και για τα οποία το εθνικό νομικό σύστημα δεν έχει ισχύ. Εκδικάζουν ποσά πολύ μεγαλύτερα από όσα θα μπορούσαν να είναι διαθέσιμα στις πολυεθνικές εταιρείες μέσω των εθνικών δικαστηρίων. Οι δικηγόροι κερδίζουν επίσης υπέρογκες αμοιβές. Πληρώνονται με το κομμάτι και έχουν κάθε λόγο να αναζητούν εταιρικούς πελάτες με ενδιαφέρον να αποταθούν στα εταιρικά διαιτητικά πάνελ. Στόχος τους είναι να αποσπάσουν αποζημιώσεις από τις κυβερνήσεις εξαιτίας των δράσεων στις οποίες προχώρησαν για την προστασία των πληθυσμών τους από τις συνέπειες της κρίσης του Covid-19.

Μεγάλα δικηγορικά γραφεία, ειδικοί επί των εμπορικών συμφωνιών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως και όργανα των Ηνωμένων Εθνών, έχουν ήδη προβλέψει το επαπειλούμενο κύμα ενεργοποίησης της ρήτρας ISDS, όπως άλλωστε συνέβη και σε περιπτώσεις κρίσης στο παρελθόν. Ενδεικτικά, μέχρι το τέλος του 2018 τα κράτη σε παγκόσμιο επίπεδο είχαν υποχρεωθεί να καταβάλουν συνολικά 88 δις δολάρια εξαιτίας της ενεργοποίησης της ρήτρας. Πλήθος φορέων, συλλογικοτήτων, ινστιτούτων, ΜΚΟ, κ.α., έχουν κινητοποιηθεί από την περίοδο του lock down όταν καταγράφηκε η νέα τάση κερδοσκοπίας μέσω ISDS10. Ζητούν από τις κυβερνήσεις να μην προχωρήσουν σε νέες ιδιωτικοποιήσεις στις δημόσιες υποδομές, ιδιαίτερα σε νευραλγικούς τομείς όπως η υγεία και το νερό, αλλά να επαναφέρουν σε δημόσιο έλεγχο όσες μπορούν, καθώς συνιστούν τα “αντισώματα” που κρατήσανε όρθιες τις ανθρώπινες κοινότητες. Με δεδομένο ότι η κρίση του Covid-19 δεν τελείωσε, η πιθανότητα οι κυβερνήσεις - υπό το φόβο ενεργοποίησης του ISDS στη βάση της απώλειας κερδών για τις μεγάλες εταιρείες - να μην προχωρούν στην εφαρμογή μέτρων, να τα καθυστερούν ή να τα μετριάζουν, είναι ισχυρή, και τα αποτελέσματα μπορεί να είναι κυριολεκτικά θανάσιμα.

Στην ελληνική κυβέρνηση δεν έφτασαν τα νέα

Την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα η κυβέρνηση εργάζεται και προγραμματίζει με σθένος και νεοφιλελεύθερη περηφάνια νέες ιδιωτικοποιήσεις, ωσάν να μην ενημερώθηκε ποτέ για τη σχετική διεθνή εμπειρία. Οι δημόσιες υποδομές σε περιόδους κρίσης καθίστανται απαραίτητο εργαλείο για την προστασία του πληθυσμού. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για υγειονομική κρίση οι υπηρεσίες υγείας, ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οδικές αρτηρίες, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, κ.α., καθίστανται νευραλγικά για τον περιορισμό της διασποράς και την υποστήριξη των κοινοτήτων. Στη χώρα μας, σύμφωνα με το αναθεωρημένο πρόγραμμα του ΤΑΙΠΕΔ, που πρόσφατα εγκρίθηκε από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής, είναι σε εξέλιξη διαγωνισμοί για περιφερειακά λιμάνια, Εγνατία Οδό, ΔΕΠΑ και Αττική Οδό. Οι αποκρατικοποιήσεις των ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΔΕΗ, ΕΛΠΕ, και του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών (ΔΑΑ), καθυστέρησαν εξαιτίας της υγειονομικής κρίσης, αλλά παραμένουν ο μεγάλος στόχος της κυβέρνησης που τέθηκε σε τροχιά ξανά μετά το lock down.

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της ιδιωτικοποίησης των περιφερειακών αεροδρομίων, η οποία θέτει ερωτήματα σχετικά με το που τίθεται τελικά το πολιτικό όριο για μία νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση. Σύμφωνα με το νομοσχέδιο που προωθεί το Υπουργείο Μεταφορών, καταργούνται οι κρατικές αεροπορικές αρχές στην περιφέρεια και ο έλεγχος θα γίνεται από την κεντρική υπηρεσία της Αθήνας. Με αυτόν τον τρόπο, επηρεάζεται άμεσα η ασφάλεια των πτήσεων, τα δικαιώματα των επιβατών, αλλά και η περιφρούρηση της εθνικής ασφάλειας. Οι αερολιμενικοί με διαβαθμισμένη πρόσβαση σε χώρους των αεροδρομίων καταργούνται ως υπάλληλοι της εποπτικής αρχής και ο έλεγχος των 14 αεροδρομίων από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας και το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας (ΓΕΑ) περνάει στην ιδιωτική γερμανική εταιρεία Fraport. Ακόμα και σε περιόδους σύρραξης. Υπενθυμίζουμε ότι στην ίδια εταιρεία ανήκουν αεροδρόμια σε περιοχές όπως η Μυτιλήνη, η Σάμος, η Κως και η Ρόδος.

Την ίδια στιγμή, και μετά τα “χειροκροτήματα” για το ΕΣΥ, η κυβέρνηση επανήλθε στο ολέθριο σχήμα των ΣΔΙΤ για την υγεία. Τη νεοφιλελεύθερη πανάκεια όπου το δημόσιο πληρώνει ακριβές υπηρεσίες σε ιδιώτες και αυτοί με τη σειρά τους εκμεταλλεύονται υποδομές και προσωπικό του δημοσίου σε τιμές εξευτελιστικές. Παρά τις σοβαρές ανάγκες η κυβέρνηση συνεχίζει να αφήνει τη δημόσια υγεία και την πρωτοβάθμια περίθαλψη να καταρρέουν. Παράλληλα, φαίνεται πως μεθοδεύει την ιδιωτικοποίηση, ξανά μέσω ΣΔΙΤ, όλου του Εξωτερικού Υδροδοτικού Συστήματος της Αττικής (ΕΥΣ), το οποίο περιλαμβάνει τα φράγματα και τους ταμιευτήρες Εύηνου, Μόρνου, Μαραθώνα, τη λίμνη Υλίκης, τις γεωτρήσεις Πάρνηθας και Βοιωτικού κάμπου, τα υδραγωγεία, τα δίκτυα μεταφοράς μήκους 400 χιλιομέτρων και τα αντλιοστάσια, που αποτελούν την κύρια υποδομή για την υδροδότηση του λεκανοπεδίου της Αθήνας.



1 Πρόκειται για το Global Water Intelligence: https://www.globalwaterintel.com/global-water-intelligence-magazine/16/4/opinion/exorcising-the-r-word

2 https://www.tni.org/en/futureispublic

3 https://futureispublic.org/wp-content/uploads/2019/12/%E2%80%A2%E2%80%A2TNI_working-paper_12_online.pdf

4 https://transformativecities.org/atlas/atlas-013/

5 https://www.enainstitute.org/wp-content/uploads/2020/02/Executive-summary_public-finance_GREECE_print-1.pdf

6 https://www.tni.org/files/publication-downloads/highres_public_finance_for_the_future_we_want_book_online_version_0307.pdf

7 Webinar: Public is Back - Proposals for democratic just economy, Transnational Institute (TNI) & Public Service International (PSI), https://www.youtube.com/watch?v=6-IvJq9QJnI.

8 https://www.stopcorporateimpunity.org/coronawash-alert-how-corporate-lobbyists-are-cynically-exploiting-the-pandemic/

9 Πρόκειται για ένα παράλληλο εταιρικό δικαστικό σύστημα, το οποίο στην πράξη καταλύει τη διάκριση των εξουσιών. Λειτουργεί μόνο επί των αρχών του επενδυτικού δικαίου και οι εθνικές ή ευρωπαϊκές νομοθεσίες δεν λαμβάνονται υπόψη. Σε αυτό μπορούν να προσφεύγουν μόνο οι εταιρίες κατά των κρατών όταν θεωρούν ότι πλήττεται η κερδοφορία τους. Τα δικαστήρια αυτά συνεδριάζουν κεκλεισμένων των θυρών και οι αποφάσεις τους είναι μη εφέσιμες. Η χρήση της ρήτρας τις τελευταίες δεκαετίες ήταν χωρίς προηγούμενο με αποτέλεσμα σήμερα οι κυβερνήσεις να βρίσκονται υπό την απειλή εκατομμυρίων σε αποζημιώσεις προκειμένου να προστατέψουν τους πληθυσμούς τους.

10 http://s2bnetwork.org/sign-the-pen-letter-to-governments-on-isds-and-covid-19/

https://www.stopcorporateimpunity.org/coronawash-alert-how-corporate-lobbyists-are-cynically-exploiting-the-pandemic/

 

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2020

Αμαζόνιος: Πανευρωπαϊκή διαμαρτυρία για την εμπορική συμφωνία της ΕΕ που οπλίζει το χέρι των εμπρηστών | Η συμφωνία ΕΕ – Mercosur ( ομάδα χωρών που περιλαμβάνει την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη),

Την ίδια ώρα που ο Αμαζόνιος φλέγεται, βρίσκεται σε εξέλιξη πανευρωπαϊκή κινητοποίηση με αίτημα να μην προχωρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση την εμπορική συμφωνία με τη Mercosur, γιατί έτσι θα προσθέσει λάδι στη φωτιά των εμπρηστών. Παράλληλα θα ανοίξει την πόρτα της Ευρώπης σε προϊόντα καλλιεργημένα με απαγορευμένα φυτοφάρμακα.

Ήδη, περισσότεροι από 475.000 πολίτες έχουν υπογράψει το κείμενο διαμαρτυρίας που απευθύνεται στους υπουργούς Εμπορίου, Περιβάλλοντος και Γεωργίας της ΕΕ και ζητούν να μην προχωρήσει η εμπορική συμφωνία “για την εισαγωγή φθηνού βοείου κρέατος, σόγιας, ξύλου και άλλων προϊόντων που καλλιεργούνται από τις στάχτες του Αμαζονίου”.

Η συμφωνία για την εισαγωγή στην ΕΕ φθηνού βοείου κρέατος, σόγιας, ξύλου και άλλων προϊόντων, θα ρίξει λάδι στις φωτιές που ανάβουν οι εμπρηστές (PHOTO GREENPEACE)

Όπως αναφέρεται στο κείμενο συλλογής υπογραφών, η συμφωνία ΕΕ – Mercosur (ομάδα χωρών που περιλαμβάνει την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη), είναι το νεοφιλελεύθερο καύχημα του προέδρου της Βραζιλίας, Μπολσονάρο, εκ των μεγάλων υποστηρικτών της καταστροφής του Αμαζονίου και της εξόντωσης των αυτόχθονων πληθυσμών.

Το τροπικό δάσος του Αμαζονίου καίγεται και αποψιλώνεται προκειμένου να εξασφαλιστούν τεράστιες εκτάσεις για τη γεωργία και την κτηνοτροφία (Victor Moriyama/Greenpeace)

Οι ευρωπαίοι επικεφαλής των διαπραγματεύσεων ισχυρίζονται ότι η συμφωνία περιλαμβάνει μια “δέσμευση για την αντιμετώπιση της αποψίλωσης των δασών”. Μόνο που αυτό τον ισχυρισμό χαρακτηρίζουν απαράδεκτο περισσότεροι από 600 επιστήμονες, δύο αυτόχθονες οργανώσεις της Βραζιλίας και 340 ομάδες της κοινωνίας των πολιτών.

Η Ευρώπη, επισημαίνουν, δεν πρέπει να επιβραβεύσει τον Μπολσονάρο και τους κολλητούς του επιχειρηματίες για την τρομακτικής έκτασης καταστροφή του τροπικού δάσους και του κλίματος, που συμβαίνει από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του.

Κίνδυνος από απαγορευμένα φυτοφάρμακα

Στη Βραζιλία χρησιμοποιούνται για τις καλλιέργειες φυτοφάρμακα που είναι απαγορευμένα στην ΕΕ (photo zefe, Pixabay)


Όπως αναφέρεται στο κείμενο συλλογής υπογραφών, η αποψίλωση των δασών δεν είναι ο μοναδικός λόγος που πρέπει να ανησυχούμε για τη συμφωνία ΕΕ-Mercosur. Εάν περάσει, η Ευρώπη θα εισάγει πολύ περισσότερα φρούτα και λαχανικά που έχουν υποστεί επεξεργασία με απαγορευμένα φυτοφάρμακα. “Χάρη στους χαλαρούς κανονισμούς του Bolsonaro, μεγάλες εταιρείες όπως η Syngenta παράγουν χημικά στη Βραζιλία που δεν τους επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στην ΕΕ. “Ψεκάζονται σε όλες τις καλλιέργειες και θα μπορούσαν σύντομα να φτάσουν στα ράφια των σούπερ μάρκετ μας – εκτός εάν εμποδίσουμε αυτήν τη συμφωνία αυτή τη στιγμή”.

Η δύναμη των πολιτών

Η πανευρωπαϊκή πρωτοβουλία επισημαίνει ότι η δύναμη των πολιτών μπορεί να κάνει τη διαφορά και να επιτύχει το μπλοκάρισμα της συμφωνίας, όπως έγινε με την εμπορική συμφωνία ΕΕ – ΗΠΑ, την TTIP, που μεταξύ άλλων προέβλεπε την εισαγωγή στην Ευρώπη κρέατος επεξεργασμένου με ορμόνες και μεταλλαγμένων προϊόντων. Μια συμφωνία που δεν προχώρησε μετά την καταλυτική κινητοποίηση εκατομμυρίων ευρωπαίων πολιτών.

Να σημειωθεί ότι για τη συμφωνία ΕΕ-Mercosur έχει τοποθετηθεί αρνητικά η Ολλανδία και η Αυστρία ενώ αμφιβολίες έχουν εκφράσει η Ιταλία, η Ιρλανδία και η Γαλλία.

ΠΗΓΗ: ΖΟΟΜ 

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2020

Cyprus House plenum refuses to ratify EU-Canada trade agreement | Me 37 ψήφους κατά της CETA και 18 ψήφους υπέρ δεν πέρασε από το Κοινοβούλιο της Κύπρου η εμπορική συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Καναδά |



[Τα πάνω κάτω έρχονται τα πράγματα... τι κάνει το "χαλούμι" και το ΠΟΠ - ΠΕΠ. Στην Ελλάδα να πάρουν θέση τα κόμματα και η κυβέρνηση για τη συμφωνία CETA]

Cyprus House plenum refuses to ratify EU-Canada trade agreement

The House plenum has refused to ratify the Comprehensive Economic and Trade Agreement (CETA) between the European Union and Canada.

After a long debate on Friday, this was voted down with 18 votes in favour, 37 against and no abstentions.

MPs who voted against the agreement’s ratification argued that Cyprus could negotiate exceptions along with the registration of halloumi cheese as a trademark.

The Comprehensive Economic and Trade Agreement (CETA) between the EU and Canada temporarily entered into force on 21 September 2017.

It had earlier been approved by the EU member states on a Council level and by the European Parliament. The agreement will fully enter into force when it is ratified by all EU member states.

Friday’s rejection puts the breaks on the agreement’s implementation.

(Source: CNA) - INFO 

Η κυπριακή Βουλή «τούμπαρε» την Εμπορική Συμφωνία ΕΕ-Καναδά – Κόμματα ζητούν εξαιρέσεις για την Κύπρο και κατοχύρωση χαλουμιού

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2020

Μάχες στον ΠΟΕ: Διαπραγματεύσεις και αποτελέσματα των υπουργικών διασκέψεων του ΠΟΕ


Battles in the WTO: Negotiations and Outcomes of the WTO Ministerial Conferences

[μετάφραση μέσω Google translattor]

ΜΑΡΤΙΝ KHOR(1951-2020) ήταν Σύμβουλος του Τρίτου Παγκόσμιου Δικτύου. Ήταν πρώην εκτελεστικός διευθυντής του South Center (2009 έως 2018). Ήταν συγγραφέας πολλών βιβλίων για το εμπόριο, την ανάπτυξη και το περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της παγκοσμιοποίησης και του Νότου. Ακολούθησε τις διαπραγματεύσεις στον ΠΟΕ για πολλά χρόνια, συμπεριλαμβανομένων των περισσότερων υπουργικών.

Σχετικά με το βιβλίο

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

George A. Emmanouil: The contribution of the EU budget 2021-27 to European Economic and Political Integration



The contribution of the EU budget 2021-27 to European Economic and Political Integration

Based on the overall size of GDP, the European Union’s economy is second, with the US first and China third. Also, the EU is the second largest exporter of products after China, the second largest importer of products after the US, and the leading importer and exporter of services, while at the same time the EU is the largest FDI investor in the world (2018).
EU-15 had developed a strong enlargement policy (2004 +10, 2007 +2, 2013 + 1, 2025 + 2, 2030 + 2), is addressing the needs of third countries from 2003 onwards through the ENP neighborhood, while donating more than 50% of global humanitarian resources mainly through the UN.
The outcome of these policies was the positive extension of the principles of Europe, i.e. democratization and human rights in international relations, soft power in democratic terms (without the use of military means) etc.
The main weaknesses of the EU are its demographic aging, its energy dependency and its colonial heritage.

Γιώργος Εμμανουήλ: H συμβολή του Κοινοτικού Προϋπολογισμού 2021-27 της ΕΕ στην Οικονομική και Πολιτική Ενοποίηση της Ευρώπης



συμβολή του Κοινοτικού Προϋπολογισμού 2021-27 της ΕΕ στην Οικονομική και Πολιτική Ενοποίηση της Ευρώπης

Με βάση το συνολικό μέγεθος του ΑΕΠ η Ε.Ε. είναι δεύτερη, με πρώτη τις ΗΠΑ και τρίτη την Κίνα. Επίσης, η Ε.Ε. είναι δεύτερη στις εξαγωγές προϊόντων μετά την Κίνα, ο δεύτερος εισαγωγέας προϊόντων μετά τις ΗΠΑ, ενώ κατέχει την πρώτη θέση ως εισαγωγέας και εξαγωγέας υπηρεσιών και είναι ο μεγαλύτερος επενδυτής άμεσων ξένων επενδύσεων στον κόσμο (2018).

Επιπλέον, η Ε.Ε.των 15 ανέπτυξε ισχυρή πολιτική διεύρυνσης (2004+10, 2007 +2, 2013+1, 2025+2, 2030+2) αλλά και γειτνίασης ΕΝΡ από το 2003 έως και σήμερα, ενώ είναι χορηγός πόρων μεγαλύτερων των 50% της συνολικής παγκόσμιας ανθρωπιστικής βοήθειας κυρίως μέσω του ΟΗΕ.
Συνέπεια των πολιτικών αυτών ήταν η θετική επέκταση των αρχών του Ευρωπαϊσμού, του εκδημοκρατισμού και των ανθρώπινων δικαιωμάτων στις διεθνείς σχέσεις, με δημοκρατικούς όρους softpower (χωρίς τη χρήση στρατιωτικών μέσων).

Αδυναμίες της Ε.Ε. θεωρούνται η δημογραφική της γήρανση, η ενεργειακή της εξάρτηση και η αποικιακή της κληρονομιά.

Η Ε.Ε., μέσω της κοινής πολιτικής των κανόνων ανταγωνισμού και της δημοσιονομικής πολιτικής, επιδιώκει να ενισχύσει τους ισχυρούς ανταγωνιστικούς της τομείς όπως είναι τα  χημικά, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η κυκλική οικονομία, η  βιομηχανική παραγωγή, η βιοτεχνολογία, καθώς και να βελτιώσει την θέση της σε τομείς που παρουσιάζουν υστέρηση σε σχέση με τις ΗΠΑ και Ιαπωνία όπως στην τεχνολογία κατασκευής ηλεκτρονικών υπολογιστών, στην ηλεκτρονική, στους βιομηχανικούς αυτοματισμούς, στη ρομποτική, στην αεροναυπηγική και στις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας και διασύνδεσης έρευνας με παραγωγή.