Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δώρα Κοτσακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δώρα Κοτσακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020

Δώρα Κοτσακά: Ιδιωτικοποιήσεις και δημόσιο συμφέρον σε περιόδους κρίσης | Το ISDS επιτρέπει στους ξένους επενδυτές να μηνύουν τις κυβερνήσεις για απώλεια κερδών

[ΠΗΓΗ ΕΔΩ]

Δώρα Κοτσακά: Ιδιωτικοποιήσεις και δημόσιο συμφέρον σε περιόδους κρίσης

Το ISDS επιτρέπει στους ξένους επενδυτές να μηνύουν τις κυβερνήσεις για απώλεια κερδών των εταιρειών σε εταιρικά διαιτητικά πάνελ


MODUS OPERANDI...

...μια στήλη για τον τρόπο που λειτουργούν τα πράγματα


-Το ISDS επιτρέπει στους ξένους επενδυτές να μηνύουν τις κυβερνήσεις για απώλεια κερδών των εταιρειών σε εταιρικά διαιτητικά πάνελ που λειτουργούν υπό καθεστώς μυστικότητας. Οι δικηγόροι κερδίζουν επίσης υπέρογκες αμοιβές. Στόχος τους είναι να αποσπάσουν αποζημιώσεις από τις κυβερνήσεις εξαιτίας των δράσεων στις οποίες προχώρησαν για την προστασία των πληθυσμών τους από τις συνέπειες της κρίσης του Covid-19.

Ήταν το, όχι και τόσο μακρινό, 2015 όταν το κλαδικό περιοδικό των ιδιωτικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον τομέα του νερού δημοσίευσε άρθρο με τίτλο “Ξορκίζοντας τη λέξη που αρχίζει από ‘Ε’’1. Η ακατονόμαστη λέξη που προκαλεί στον κλάδο τέτοιας έκτασης απέχθεια, ώστε δεν μπορεί καν να προφερθεί, είναι η επαναδημοτικοποίηση ή αλλιώς η επαναφορά σε δημόσιο έλεγχο ιδιωτικοποιημένων πόρων και υπηρεσιών σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο. Ο συντάκτης υποστήριζε: “Θα ήταν μία παρωδία να επιτρέψουμε στην ελλιπώς ενημερωμένη προπαγάνδα μίας μικρής μερίδας ΜΚΟ να επηρεάσει τους διαμορφωτές πολιτικών σχετικά με τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στη διαχείριση του νερού. Αυτή η επικίνδυνη ιδέα είναι απίθανο να ληφθεί σοβαρά από αυτούς εξαιτίας των αποτελεσματικών και ορθολογικών επιλογών που έχει λάβει ο ιδιωτικός κλάδος”. Αυτό που το άρθρο παρέλειπε, ήταν ότι η ιδιοκτησία των υπηρεσιών ύδρευσης είναι μία μάχη που ο ιδιωτικός τομέας φαίνεται να χάνει.

Το μάντρα των ιδιωτικοποιήσεων είναι ιδεολογία και όχι οικονομική πολιτική. Τα θεμέλια που έθεσαν οι περίοδοι διακυβέρνησης του Ρήγκαν και της Θάτσερ απέδωσαν καρπούς σε παγκόσμιο επίπεδο τις επόμενες δεκαετίες μέσω θεσμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορείου και η Παγκόσμια Τράπεζα. Πιέζουν για την ιδιωτικοποίηση -με όρους ξεπουλήματος- των δημόσιων πόρων, προκειμένου να προχωρήσουν σε χορήγηση δανείων. Εξαιτίας της κατίσχυσης του νεοφιλελεύθερου δόγματος και της συχνά -αλλά όχι αποκλειστικά- εμπρόθετης κακοδιοίκησης, λέξεις όπως η επαναδημοτικοποίηση ή η κρατικοποίηση δεν θεωρούνται πολύ δημοφιλείς. Ωστόσο, οι αριθμοί δείχνουν την αντίθετη τάση σε παγκόσμιο επίπεδο. Η τεκμηρίωση σχετικά με την αύξηση των τιμών, καθώς και τη χειρότερη ποιότητα των υπηρεσιών και των συνθηκών εργασίας, διαρκώς αυξάνει και εμβαθύνει με στοιχεία που δεν μπορούν πλέον να αγνοούνται. Παράλληλα, διαρκώς αυξάνουν και οι προσπάθειες για την επαναφορά μέρους της κοινής μας περιουσίας, καθώς την τελευταία δεκαετία η αντίσταση στις ιδιωτικοποιήσεις έχει αποδειχθεί ισχυρό εργαλείο πολιτικής αλλαγής.

Μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια είχαμε 1.400 περιπτώσεις επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο σε περισσότερες από 2.400 πόλεις σε 58 χώρες2. Ενδεικτικά, στη Χιλή οι πολίτες ωφελήθηκαν από τις εντυπωσιακά χαμηλότερες τιμές στα φάρμακα με τη δημιουργία 40 νέων δημόσιων φαρμακευτικών εταιρειών. Στην πόλη Dobrich στη Βουλγαρία υπήρξε μείωση 47% στη χρήση ηλεκτρισμού για το φωτισμό των δημόσιων χώρων από τη στιγμή που επαναδημοτικοποίηθηκε η εταιρεία ενέργειας και εγκαταστάθηκαν ενεργειακοί λαμπτήρες LED. Στην Ισπανία έχουμε περισσότερα από 119 παραδείγματα επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο σε υπηρεσίες που καλύπτουν από την ενέργεια και τη διαχείριση αποβλήτων έως τις σχολικές καντίνες και τις υπηρεσίες κηδειών. Όπως και στη Γαλλία, είναι η περίπτωση του νερού που παραμένει εμβληματική. Μόνο στην Καταλονία έχουν υπάρξει 27 περιπτώσεις επαναφοράς από το 20103.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελεσματικότερος τρόπος να αντιμετωπίσουμε τις ιδιωτικοποιήσεις αποδεικνύεται όχι η επαναφορά, αλλά η δημιουργία ενός νέου οργανισμού δημόσιας ιδιοκτησίας που θα ανταγωνιστεί το υπάρχον καρτέλ. Η δημοτική αρχή της πρωτεύουσας της Καταλονίας ήταν αποφασισμένη να αυξήσει την ενεργειακή αυτονομία και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και έδωσε μάχη διαρκείας με τις εταιρείες ενέργειας από την εκλογή της το 2015. Τελικά, τον Ιούνιο του 2019 μία δημόσια εταιρεία αποκλειστικά ανανεώσιμης ενέργειας ξεκίνησε την ηλεκτροδότηση όλων των δημόσιων κτιρίων και υποδομών, καθώς και 20.000 κατοικιών. Εγκαθιστούν ηλιακά πάνελ στις σκεπές των δημόσιων κτηρίων και ελπίζουν σε περαιτέρω επέκταση των δραστηριοτήτων τους4.

Τα οφέλη της επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο

Ωστόσο, η βάση του επιχειρήματος δεν έχει να κάνει μόνο με αριθμούς. Η κρίση του Covid-19 κατέστησε σαφέστερες τις καταστροφικές συνέπειες της χρόνιας λιτότητας, της περικοπής των προνοιακών πολιτικών και της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών. Επιπλέον, κατέδειξε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτές αποτελούν τα θεμέλια των υγειών και ανθεκτικών κοινωνιών. Οι δημόσιες υπηρεσίες είναι περισσότερο σημαντικές σήμερα για την αντιμετώπιση της καταστροφής του κλίματος, των υγειονομικών κρίσεων, των αυξανόμενων ανισοτήτων και της διευρυνόμενης πολιτικής ανασφάλειας. Το μοντέλο των ιδιωτικοποιήσεων και των ΣΔΙΤ (Συμπράξεις Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα) έχει αποτύχει. Κοστίζει περισσότερο, έχουμε χειρότερες υπηρεσίες, λιγότερο έλεγχο επί αυτών και μείωση της δημοκρατικής λογοδοσίας. Συχνά, πρόκειται για φυσικά μονοπώλια, όπως το νερό, όπου ο ανταγωνισμός δεν έχει κανένα νόημα.

Τα οφέλη της επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες: διορθώνουν όσα πήγαν λάθος μετά από δεκαετίες ιδιωτικοποιήσεων, κερδοσκοπίας και σπατάλης, και δημιουργούν μία νέα αντίληψη σχετικά με το τι συνιστά δημόσιο αγαθό. Το πολιτικό πρόταγμα της επαναφοράς σε δημόσιο έλεγχο δεν έχει να κάνει απλά με μία αόριστη μεταφορά πόρων από τον ιδιωτικό τομέα, στο δημόσιο. Αντίθετα, στοχεύει στην αύξηση της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων, στην προώθηση της αρχής της επικουρικότητας, και στη βελτίωση των υπηρεσιών με τρόπο κοινωνικά δίκαιο, περιβαλλοντικά βιώσιμο και προσβάσιμο σε όλους. Η εναλλακτική που αρχίζει να διαγράφεται με σαφήνεια μέσα από τη διεθνή εμπειρία δίνει προτεραιότητα σε ποιοτικές θέσεις εργασίας και στην αειφορία, αντί για τα μερίσματα των μετόχων. Τα μοντέλα διαχείρισης των δημοσίων υπηρεσιών ως κοινών πόρων απαντούν και σε ανάγκες που τίθενται επιτακτικά στη σύγχρονη πολιτική ατζέντα, όπως η επανοικοδόμηση του δημοσίου χώρου, η αίσθηση του ανήκειν και η πολιτική συμμετοχή. Το να παραχωρούμε την κοινή μας περιουσία σε όποια πολυεθνική εταιρία είναι πιο “φτηνή” δεν δείχνει ιδιαίτερη σοβαρότητα ούτε σεβασμό στις κοινότητές μας.

Οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών, σωματεία και τοπικές αρχές κατασκευάζουν νέα υποδείγματα εφαρμοσμένων πολιτικών σχετικά με το πώς επιτυγχάνεται η διεύρυνση και ο επαναπροσδιορισμός της δημόσιας ιδιοκτησίας σε όλα τα επίπεδα. Ιδιαίτερα μετά την εμπειρία της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008 και της υγειονομικής κρίσης του Covid-19, τα ερωτήματα που τίθενται αρχίζουν να αφορούν συνολικότερα την αξιοποίηση του δημοσίου χρήματος ως απαραίτητου εργαλείου, αλλά και το κατά πόσο σε τέτοιες συνθήκες είναι ορθολογικό να παραδίδουμε το μέλλον και τους κοινούς μας πόρους στον ιδιωτικό τομέα. Ερωτήματα όπως το τι θα συνέβαινε εάν το φορολογικό σύστημα και τα δημόσια χρηματοδοτικά εργαλεία μεταρρυθμίζονταν ριζικά προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας, εμβαθύνοντας παράλληλα τη δημοκρατία, προκύπτουν όλο και συχνότερα. Την ίδια στιγμή, πληθαίνουν τα εναλλακτικά εγχειρήματα εφαρμοσμένης αναδιανεμητικής πολιτικής, που αντλούν από τους συλλογικούς πόρους των τοπικών κοινωνιών και δοκιμάζονται στην πράξη5: Από την ακμάζουσα συνεργατική οικονομία στην Κεράλα της Ινδίας μέχρι τα περιφερειακά τραπεζικά ιδρύματα (Ταμιευτήρια) στη Γερμανία, και από την υπό εργατική ιδιοκτησία τράπεζα Banco Popular στη ν Κόστα Ρίκα ως τα χιλιάδες People’s Credit Funds στο Βιετνάμ, διερευνώνται μοντέλα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για ένα δημοκρατικά οργανωμένο και βιώσιμο μέλλον.

Η αυταπάτη του ιδιωτικού τομέα ως σανίδας σωτηρίας και το αποκαλυπτικό παράδειγμα του ISDS

Μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, οι μεγάλες τράπεζες διασώθηκαν με δημόσιο χρήμα και στη συνέχεια επήλθε περικοπή των δημοσίων δαπανών. Αυτό λειτούργησε ως δικαιολογία για την επιβολή αυστηρότερων μέτρων λιτότητας και ενίσχυσε σε μεγάλο βαθμό την άποψη ότι ο δημόσιος τομέας πρέπει να στηρίζεται στην ιδιωτική χρηματοδότηση για την εξάλειψη των υπερβολικών ανισοτήτων και της οικολογικής καταστροφής. Σήμερα, η ιδιωτική χρηματοδότηση όχι μόνο έχει αποτύχει στην αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, αλλά τα έχει εντείνει. Ο δημόσιος τομέας δεν χρειάζεται να βασίζεται στον ιδιωτικό. Ο δημόσιος πλούτος είναι πολύ μεγαλύτερος από ό,τι μπορούμε να φανταστούμε και οι δημόσιες τράπεζες διαθέτουν επαρκείς πόρους ώστε να συγκεντρώσουν τα πολλά τρισεκατομμύρια που απαιτούνται προκειμένου να επενδύσουν σε δημόσιες υπηρεσίες και κλιματικές υποδομές, χωρίς την ανάγκη ιδιωτικής χρηματοδότησης6.

Είναι ενδεικτικό ότι μετά την υγειονομική κρίση του Covid-19 ο Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών επισήμανε την κατεπείγουσα ανάγκη επιστροφής στους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης ως απάντηση στις προκλήσεις που τέθηκαν. Ωστόσο, ο εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών πάνω σε ζητήματα φτώχειας και συνεπειών των ιδιωτικοποιήσεων, Ph. Alston, επισημαίνει σχετικά ότι ελάχιστα έχουν προχωρήσει, επειδή ακριβώς έχουν αφεθεί σε μεγάλο βαθμό στον ιδιωτικό τομέα7. Ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για ένα σχέδιο εξαιρετικά ακριβό στο οποίο είναι απαραίτητο να εμπλακεί ο ιδιωτικός τομέας είναι ανυπόστατος και εξαιρετικά επικίνδυνος, καθώς σύμφωνα με τον ίδιο “ο ιδιωτικός τομέας δεν θα ενδιαφερθεί για το λιγότερο προνομιούχο τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού, θα ενδιαφερθεί να βγάλει κέρδος”. Κάτι που επιβεβαιώθηκε και στην περίπτωση της υγειονομικής κρίσης8.

Την άνοιξη του 2020, κατά τη διάρκεια του lock down, εφαρμόστηκαν 870 διαφορετικές πολιτικές κοινωνικής προστασίας σε 180 χώρες. Από άμεση μεταβίβαση χρημάτων σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες έως έμμεση υποστήριξη σε είδος ή υπηρεσίες. Οι κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Ιρλανδίας πήραν τον έλεγχο των ιδιωτικών νοσοκομείων, προκειμένου να αυξήσουν την ικανότητα υποδοχής τους. Η Ισπανία απαγόρευσε τη διακοπή παροχής νερού, ενέργειας και γκαζιού σε όσους δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν. Το Ελ Σαλβαδόρ εξαίρεσε οικογένειες από την υποχρέωση να πληρώνουν τους λογαριασμούς του νερού, ώστε να είναι σε θέση να πλένουν τα χέρια τους και να εξασφαλίζουν τις απαραίτητες συνθήκες υγιεινής.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, ορισμένες κυβερνήσεις πήραν πρωτοβουλίες με στόχο να σώσουν ζωές, να περιορίσουν την πανδημία, να προστατέψουν θέσεις εργασίας, να αντιμετωπίσουν την οικονομική καταστροφή, και να εξασφαλίσουν την κάλυψη των βασικών αναγκών των πληθυσμών τους. Αυτό που είναι πραγματικά σοκαριστικό είναι ότι όλες αυτές οι πολιτικές προστασίας από την πλευρά των κρατών καταγράφονται από νομικές συμβουλευτικές εταιρείες διεθνούς εμβέλειας που έχουν ως πελάτες τους πολυεθνικές εταιρείες και στη συνέχεια προτείνονται ως εξαιρετικές ευκαιρίες, προκειμένου να μηνυθούν τα κράτη για απώλεια κερδών των εταιρειών. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω ενεργοποίησης της ρήτρας ISDS (Investor State Dispute Settlement)9.

Το ISDS στις πολλές διαφορετικές του μορφές συμπεριλαμβάνεται σε πλήθος εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών, όπως και σε αυτές των ιδιωτικοποιήσεων δημόσιων υπηρεσιών. Επιτρέπει στους ξένους επενδυτές - και μόνο σε αυτούς - να μηνύουν τις κυβερνήσεις σε εταιρικά διαιτητικά πάνελ που λειτουργούν υπό καθεστώς μυστικότητας και για τα οποία το εθνικό νομικό σύστημα δεν έχει ισχύ. Εκδικάζουν ποσά πολύ μεγαλύτερα από όσα θα μπορούσαν να είναι διαθέσιμα στις πολυεθνικές εταιρείες μέσω των εθνικών δικαστηρίων. Οι δικηγόροι κερδίζουν επίσης υπέρογκες αμοιβές. Πληρώνονται με το κομμάτι και έχουν κάθε λόγο να αναζητούν εταιρικούς πελάτες με ενδιαφέρον να αποταθούν στα εταιρικά διαιτητικά πάνελ. Στόχος τους είναι να αποσπάσουν αποζημιώσεις από τις κυβερνήσεις εξαιτίας των δράσεων στις οποίες προχώρησαν για την προστασία των πληθυσμών τους από τις συνέπειες της κρίσης του Covid-19.

Μεγάλα δικηγορικά γραφεία, ειδικοί επί των εμπορικών συμφωνιών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως και όργανα των Ηνωμένων Εθνών, έχουν ήδη προβλέψει το επαπειλούμενο κύμα ενεργοποίησης της ρήτρας ISDS, όπως άλλωστε συνέβη και σε περιπτώσεις κρίσης στο παρελθόν. Ενδεικτικά, μέχρι το τέλος του 2018 τα κράτη σε παγκόσμιο επίπεδο είχαν υποχρεωθεί να καταβάλουν συνολικά 88 δις δολάρια εξαιτίας της ενεργοποίησης της ρήτρας. Πλήθος φορέων, συλλογικοτήτων, ινστιτούτων, ΜΚΟ, κ.α., έχουν κινητοποιηθεί από την περίοδο του lock down όταν καταγράφηκε η νέα τάση κερδοσκοπίας μέσω ISDS10. Ζητούν από τις κυβερνήσεις να μην προχωρήσουν σε νέες ιδιωτικοποιήσεις στις δημόσιες υποδομές, ιδιαίτερα σε νευραλγικούς τομείς όπως η υγεία και το νερό, αλλά να επαναφέρουν σε δημόσιο έλεγχο όσες μπορούν, καθώς συνιστούν τα “αντισώματα” που κρατήσανε όρθιες τις ανθρώπινες κοινότητες. Με δεδομένο ότι η κρίση του Covid-19 δεν τελείωσε, η πιθανότητα οι κυβερνήσεις - υπό το φόβο ενεργοποίησης του ISDS στη βάση της απώλειας κερδών για τις μεγάλες εταιρείες - να μην προχωρούν στην εφαρμογή μέτρων, να τα καθυστερούν ή να τα μετριάζουν, είναι ισχυρή, και τα αποτελέσματα μπορεί να είναι κυριολεκτικά θανάσιμα.

Στην ελληνική κυβέρνηση δεν έφτασαν τα νέα

Την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα η κυβέρνηση εργάζεται και προγραμματίζει με σθένος και νεοφιλελεύθερη περηφάνια νέες ιδιωτικοποιήσεις, ωσάν να μην ενημερώθηκε ποτέ για τη σχετική διεθνή εμπειρία. Οι δημόσιες υποδομές σε περιόδους κρίσης καθίστανται απαραίτητο εργαλείο για την προστασία του πληθυσμού. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για υγειονομική κρίση οι υπηρεσίες υγείας, ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οδικές αρτηρίες, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, κ.α., καθίστανται νευραλγικά για τον περιορισμό της διασποράς και την υποστήριξη των κοινοτήτων. Στη χώρα μας, σύμφωνα με το αναθεωρημένο πρόγραμμα του ΤΑΙΠΕΔ, που πρόσφατα εγκρίθηκε από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής, είναι σε εξέλιξη διαγωνισμοί για περιφερειακά λιμάνια, Εγνατία Οδό, ΔΕΠΑ και Αττική Οδό. Οι αποκρατικοποιήσεις των ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΔΕΗ, ΕΛΠΕ, και του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών (ΔΑΑ), καθυστέρησαν εξαιτίας της υγειονομικής κρίσης, αλλά παραμένουν ο μεγάλος στόχος της κυβέρνησης που τέθηκε σε τροχιά ξανά μετά το lock down.

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της ιδιωτικοποίησης των περιφερειακών αεροδρομίων, η οποία θέτει ερωτήματα σχετικά με το που τίθεται τελικά το πολιτικό όριο για μία νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση. Σύμφωνα με το νομοσχέδιο που προωθεί το Υπουργείο Μεταφορών, καταργούνται οι κρατικές αεροπορικές αρχές στην περιφέρεια και ο έλεγχος θα γίνεται από την κεντρική υπηρεσία της Αθήνας. Με αυτόν τον τρόπο, επηρεάζεται άμεσα η ασφάλεια των πτήσεων, τα δικαιώματα των επιβατών, αλλά και η περιφρούρηση της εθνικής ασφάλειας. Οι αερολιμενικοί με διαβαθμισμένη πρόσβαση σε χώρους των αεροδρομίων καταργούνται ως υπάλληλοι της εποπτικής αρχής και ο έλεγχος των 14 αεροδρομίων από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας και το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας (ΓΕΑ) περνάει στην ιδιωτική γερμανική εταιρεία Fraport. Ακόμα και σε περιόδους σύρραξης. Υπενθυμίζουμε ότι στην ίδια εταιρεία ανήκουν αεροδρόμια σε περιοχές όπως η Μυτιλήνη, η Σάμος, η Κως και η Ρόδος.

Την ίδια στιγμή, και μετά τα “χειροκροτήματα” για το ΕΣΥ, η κυβέρνηση επανήλθε στο ολέθριο σχήμα των ΣΔΙΤ για την υγεία. Τη νεοφιλελεύθερη πανάκεια όπου το δημόσιο πληρώνει ακριβές υπηρεσίες σε ιδιώτες και αυτοί με τη σειρά τους εκμεταλλεύονται υποδομές και προσωπικό του δημοσίου σε τιμές εξευτελιστικές. Παρά τις σοβαρές ανάγκες η κυβέρνηση συνεχίζει να αφήνει τη δημόσια υγεία και την πρωτοβάθμια περίθαλψη να καταρρέουν. Παράλληλα, φαίνεται πως μεθοδεύει την ιδιωτικοποίηση, ξανά μέσω ΣΔΙΤ, όλου του Εξωτερικού Υδροδοτικού Συστήματος της Αττικής (ΕΥΣ), το οποίο περιλαμβάνει τα φράγματα και τους ταμιευτήρες Εύηνου, Μόρνου, Μαραθώνα, τη λίμνη Υλίκης, τις γεωτρήσεις Πάρνηθας και Βοιωτικού κάμπου, τα υδραγωγεία, τα δίκτυα μεταφοράς μήκους 400 χιλιομέτρων και τα αντλιοστάσια, που αποτελούν την κύρια υποδομή για την υδροδότηση του λεκανοπεδίου της Αθήνας.



1 Πρόκειται για το Global Water Intelligence: https://www.globalwaterintel.com/global-water-intelligence-magazine/16/4/opinion/exorcising-the-r-word

2 https://www.tni.org/en/futureispublic

3 https://futureispublic.org/wp-content/uploads/2019/12/%E2%80%A2%E2%80%A2TNI_working-paper_12_online.pdf

4 https://transformativecities.org/atlas/atlas-013/

5 https://www.enainstitute.org/wp-content/uploads/2020/02/Executive-summary_public-finance_GREECE_print-1.pdf

6 https://www.tni.org/files/publication-downloads/highres_public_finance_for_the_future_we_want_book_online_version_0307.pdf

7 Webinar: Public is Back - Proposals for democratic just economy, Transnational Institute (TNI) & Public Service International (PSI), https://www.youtube.com/watch?v=6-IvJq9QJnI.

8 https://www.stopcorporateimpunity.org/coronawash-alert-how-corporate-lobbyists-are-cynically-exploiting-the-pandemic/

9 Πρόκειται για ένα παράλληλο εταιρικό δικαστικό σύστημα, το οποίο στην πράξη καταλύει τη διάκριση των εξουσιών. Λειτουργεί μόνο επί των αρχών του επενδυτικού δικαίου και οι εθνικές ή ευρωπαϊκές νομοθεσίες δεν λαμβάνονται υπόψη. Σε αυτό μπορούν να προσφεύγουν μόνο οι εταιρίες κατά των κρατών όταν θεωρούν ότι πλήττεται η κερδοφορία τους. Τα δικαστήρια αυτά συνεδριάζουν κεκλεισμένων των θυρών και οι αποφάσεις τους είναι μη εφέσιμες. Η χρήση της ρήτρας τις τελευταίες δεκαετίες ήταν χωρίς προηγούμενο με αποτέλεσμα σήμερα οι κυβερνήσεις να βρίσκονται υπό την απειλή εκατομμυρίων σε αποζημιώσεις προκειμένου να προστατέψουν τους πληθυσμούς τους.

10 http://s2bnetwork.org/sign-the-pen-letter-to-governments-on-isds-and-covid-19/

https://www.stopcorporateimpunity.org/coronawash-alert-how-corporate-lobbyists-are-cynically-exploiting-the-pandemic/

 

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019

Δώρα Κοτσακά: Το «Belt & Road» και η κλιματική αλλαγή


Εν όψη της συνόδου κορυφής του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη για το κλίμα, διοργανώθηκε στη Bangkok στις αρχές του προηγούμενου μήνα η αντίστοιχη περιφερειακή σύνοδος Asia Pacific Climate Week των κρατών της νοτιοανατολικής Ασίας. Σε αυτή την περιοχή του πλανήτη οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής είναι πολύ πιο έντονες και επικίνδυνες εξαιτίας της γεωγραφικής της ιδιαιτερότητας. Την ίδια στιγμή, το κινέζικο επενδυτικό σχέδιο Belt & Road Initiative (BRI) έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των εξορύξεων ορυκτών καυσίμων στην περιοχή επιδεινώνοντας το πρόβλημα το οποίο δεν γνωρίζει σύνορα.

Σε αυτά τα πλαίσια, το Asia Europe People’s Forum (AEPF), ένα διεθνές δίκτυο ακαδημαϊκών, ερευνητών, ΜΚΟ, ακτιβιστών, κινημάτων και οργανώσεων, διοργάνωσε διεθνή συνάντηση υπό τον τίτλο Study and Strategy Seminar on China’s Belt & Road Initiative (BRI). Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο μέρος του BRI που σχετίζεται με τις επενδύσεις και τις χρηματοδοτήσεις ενεργειακών projects και τις συνέπειες για το περιβάλλον, τις τοπικές κοινότητες και τα δικαιώματα. Ως εναρκτήριο έτος του επενδυτικού σχεδίου BRI έχει καταγραφεί το 2013 όπου και έγινε η πρώτη σχετική αναφορά από τον Πρόεδρο Σι Τζιν Πινγκ σε επίσημη ομιλία του στο Καζακστάν. Σύμφωνα με τον ίδιο κεντρικός στόχος του σχεδίου είναι η εξάλειψη της φτώχειας στην Κίνα. Αρχικά ο σχεδιασμός αφορούσε μόνο χώρες της Ασίας. Επρόκειτο για έναν τρόπο διαχείρισης του πλεονάσματος που είχε επιτευχθεί σε κεφάλαιο και εργασία μετά από δεκαετίες όπου η Κίνα λειτούργησε ως το κατασκευαστήριο του κόσμου.

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

Δώρα Κοτσακά: Οι εμπορικές συμφωνίες μετά τον Τραμπ και η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου


Οι εμπορικές συμφωνίες μετά τον Τραμπ και η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

Δώρα Κοτσακά

Οι αντιδράσεις ενάντια στις εμπορικές συμφωνίες ‘νέας γενιάς’ (TTIP, TTP, CETA, TiSA) είχαν ως αποτέλεσμα την ενημέρωση των πολιτών σχετικά με ένα από τα πλέον καλοστημένα σχέδια το οποίο επανέρχεται τις τελευταίες τρεις δεκαετίες με ιδιότητες χαμαιλέοντα. Ο πυρήνας παραμένει πάντα ο ίδιος: η περαιτέρω αναδιανομή χρήματος και εξουσίας υπέρ των αγορών με θεσμικές εγγυήσεις. Πρόκειται για ένα αίτημα που η οικονομική σφαίρα προβάλει εκβιαστικά προς την πολιτική, απαιτώντας από την τελευταία να αποδεχτεί την ήττα της στο παιχνίδι ισορροπίας ανάμεσά τους. Μία ισορροπία που συνιστά προϋπόθεση για τη δημοκρατία.

Η περίπτωση Μπαρόζο, για παράδειγμα, ο οποίος μετά τη λήξη της θητείας του ως Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προσελήφθη σε θέση συμβούλου από την Goldman Suchs, βρήκε το δρόμο της στα ΜΜΕ και έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό. Ωστόσο, η πρακτική της πρόσληψης πρώην ευρωπαίων επιτρόπων, ευρωβουλευτών, κυβερνητικών στελεχών κλπ από κολοσσιαίες πολυεθνικές εταιρείες ή τράπεζες ως συμβούλων έχει γενικευτεί και κλιμακώνεται επικίνδυνα. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να βρίσκονταν και προηγούμενα σε τέτοιου τύπου πόστα και το πέρασμά τους από πολιτικές θέσεις που συνδέονται με την προστασία του δημόσιου συμφέροντος να ήταν απλά άλλο ένα project που έπρεπε να διεκπεραιώσουν. Πάντα με το αζημίωτο.

Τα δημόσια αξιώματα και η δημόσια διοίκηση ως περιστρεφόμενη πόρτα δεν είναι κάτι καινούργιο. Το καινούργιο είναι ότι τείνει να γίνει το κυρίαρχο παράδειγμα στην κορυφή της πυραμίδας και ο βασικός τρόπος με τον οποίο ‘γίνονται οι δουλειές’. Αν η πολιτική σφαίρα δεν εξαρτάται πλέον από την άντληση πολιτικής νομιμοποίησης από την εκλογική βάση και τα κοινωνικά στρώματα με τα οποία συνδέεται προκειμένου να συντηρηθεί και αναπαραχθεί, αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε σοβαρό πρόβλημα.

Ο Τραμπ με την εκλογή του ως Προέδρου των ΗΠΑ συμπύκνωσε όλα τα παραπάνω. Ως άνθρωπος της αγοράς και του μεγάλου πλούτου εκλέχτηκε και ως τέτοιος κυβερνάει. Μέσα από περίπλοκες διαδρομές και εντυπωσιακές καραμπόλες –όπως συνήθως συμβαίνει στην πολιτική- η εκλογή του αθροιζόμενη με το ιδιαίτερα δυναμικό κίνημα κατά της ‘νέας γενιάς’ εμπορικών συμφωνιών, έφερε ως αποτέλεσμα την παύση των εργασιών για την ΤΤΙΡ και την ΤΡΡ. Οι κλιμακωτές αντιδράσεις που προκαλούνται από την αλλαγή δόγματος στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ είναι τεκτονικής γεωπολιτικής σημασίας και είναι σαφές ότι όλοι οι παίκτες επανατοποθετούνται στο χάρτη αυτή την περίοδο. Θεμελιώδες αξίωμα της νέας εποχής στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ είναι η απεμπλοκή από οποιουδήποτε τύπου διεθνή συμφωνία –από τη συμφωνία για το κλίμα, έως την ΤΡΡ – συνεπάγεται δεσμεύσεις και κανονιστικό πλαίσιο ή η επαναδιαπραγμάτευσή τους με τον ίδιο στόχο (πχ NAFTA). Οι ΗΠΑ επιστρέφουν στις διμερείς εμπορικές συμφωνίες αξιοποιώντας τη διαπραγματευτική ισχύ τους σε κάθε περίπτωση είτε ανά χώρα, είτε ανά θεματική (πχ ηλεκτρονικό εμπόριο). Αυτόματα όλες οι άλλες δυνάμεις ακολούθησαν την ίδια στρατηγική.

Η απόσυρση των ΗΠΑ από την ηγετική θέση στον τομέα του παγκόσμιου εμπορίου μέσω των mega συμφωνιών που κάλυπταν 80 χώρες και τα 2/3 του παγκόσμιου ΑΕΠ, δεν σήμανε σε καμία περίπτωση την επιστροφή στις διαπραγματεύσεις στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Αντίθετα, η Κομισιόν έχει ξεκινήσει να διαπραγματεύεται ή να κλείνει διμερείς συμφωνίες με χώρες όπως η Ιαπωνία, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, χώρες της MERCOSUR, νοτιοανατολικές ασιατικές χώρες κ.α. με μεγάλες ταχύτητες. Η ίδια κινητικότητα παρατηρείται και στην Κίνα, αλλά και σε όλους τους παγκόσμιους παίχτες. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για συνθήκες που έρχονται να διευρύνουν μία υπάρχουσα συμφωνία η οποία πραγματικά καλύπτει εμπορικά ή δασμολογικά θέματα. Μία ματιά στα εναρκτήρια κείμενα των διμερών διαπραγματεύσεων καθιστά σαφές ότι πλέον πρόθεση είναι να περάσει το σχέδιο θεσμικών αλλαγών υπέρ των πολυεθνικών εταιρειών που προέβλεπαν οι mega συμφωνίες (ΤΤΙΡ, ΤΡΡ) μέσω των διμερών συμφωνιών. Η ΤΤΙΡ και η ΤΡΡ μπορεί να φρέναραν, αλλά η λογική τους εγκαταστάθηκε στο matrix αυτού που συνιστά σήμερα εμπορική συμφωνία.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Δώρα Κοτσακά "Η CETA μετά τη Βαλονία ή Τίποτα δεν τελείωσε"


Η πρόσφατη άρνηση των Βαλόνων να συναινέσουν στην υπογραφή της CETA προσέφερε, μεταξύ άλλων, μία τεράστια υπηρεσία. Οι πολίτες έμαθαν την ύπαρξή της, καθώς και ότι συνοδεύεται από προβληματικό περιεχόμενο... αλλιώς δεν θα γινόταν τόση φασαρία.

 
Έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες από τότε και ενώ η δημοσιότητα σχετικά με τη συμφωνία έπαψε, οι σχετικές διεργασίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υπήρξαν πυρετώδεις και καινοφανείς ως προς την απαίτηση παράβασης θεμελιακών δημοκρατικών διαδικασιών. Η ένταση που συνοδεύει τις διαδικασίες που σχετίζονται με τη CETA συνιστά άλλη μία ένδειξη, στο πλήθος όσων έχουν συσσωρευτεί μέχρι σήμερα, ότι η εν λόγω συμφωνία ‘δεν είναι μία εμπορική συμφωνία’. Στόχος αυτής, όπως και των αδελφών ‘εμπορικών συμφωνιών νέας γενιάς’ (ΤΤΙΡ, ΤΡΡ, TiSA) είναι η δημιουργία νέων θεσμικών πλέον οργάνων, τα οποία θα επιτρέψουν την περαιτέρω αναδιανομή χρήματος και εξουσιών προς όφελος της αγοράς, που στην περίπτωσή μας σημαίνει τις πολυεθνικές εταιρείες και το χρηματιστηριακό κεφάλαιο.

Τί χάνουμε, τί κερδίζουμε

Αρχικά είναι σκόπιμο να καταστεί σαφές ότι το επιχείρημα που ακούγεται ότι ‘ο Καναδάς είναι καλύτερος από τις ΗΠΑ’ ή ‘η CETA είναι καλύτερη από την TTIP’ είναι άσχετο με το θέμα των εταιρικών διαιτητικών πάνελ (ISDS/ICS) και άρα τις συνέπειες της CETA. Το θέμα δεν είναι αν είναι καλός ή κακός ο Καναδάς, αλλά η χρήση των εταιρικών διαιτητικών πάνελ, μεταξύ άλλων, που θα κάνουν οι πολυεθνικές εταιρείες. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι 41.000 αμερικάνικες πολυεθνικές έχουν έδρα και στον Καναδά και μπορούν ωραιότατα να κάνουν τη δουλειά τους και μέσω της CETA.

Αν αυτές οι συμφωνίες φτάσουν στην εφαρμογή το συνεπαγόμενο κόστος θα είναι τεράστιο. Μετονομάζουν ως ‘εμπόδια στο εμπόριο’ κατακτήσεις και δικαιώματα σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, ενώ ταυτόχρονα βάλουν κατά του ίδιου του θεσμικού πλαισίου της Δημοκρατίας, καθιστώντας την εταιροκρατία από κακόηχη λέξη, εφαρμόσιμη δυστοπία. Την ίδια στιγμή κανείς δεν δίνει νούμερα σχετικά με το τι θα κερδίσουν οι πολίτες των ευρωπαϊκών χωρών. Ως προς τα οφέλη από τη CETA μία προσεκτική αναζήτηση αποκαλύπτει ότι πέρα από γενικόλογες αναφορές του τύπου «θα αυξηθεί η ανάπτυξη, θα κάνουν άλμα οι εξαγωγές, μεγάλη ευκαιρία για την αύξηση των θέσεων εργασίας κλπ», ακριβή νούμερα δεν δίνονται πουθενά.

Είναι ενδεικτικό ότι ενώ η Κομισιόν είναι υποχρεωμένη να εισηγείται μία Τεχνική Έκθεση ή Μελέτη Επιπτώσεων για τις εμπορικές και επενδυτικές συμφωνίες που καλεί το σώμα να κυρώσει, στην περίπτωση της CETA η εν λόγω τεχνική έκθεση είναι του 2011. Εκ τότε δεν επανήλθαν και ζητάνε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα Εθνικά Κοινοβούλια να κυρώσουν μία συνθήκη τεράστιας σημασίας χωρίς να μπουν καν στον κόπο να επικαιροποιήσουν τη μελέτη. Πρόκειται για πρωτοφανή κίνηση που υποτιμά των ρόλο των κοινοβουλίων και την αξιοπιστία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σε αυτή δε, η προσδοκώμενη αύξηση στο ΑΕΠ –με χρονικό ορίζοντα εικοσαετίας- είναι της τάξης του 0,02%-0,03% και η αντίστοιχη αύξηση στις εξαγωγές 0,05%-0,07%.

Αντιλαμβανόμαστε ότι κινούμαστε στα όρια του στατιστικού λάθους και ότι ενώ όσα δίνουμε έχουν να κάνουν με τη Δημοκρατία και τα δικαιώματά μας, αυτά που παίρνουμε δεν είναι ούτε καν ψίχουλα. Σε αυτό το σημείο καλό είναι να λάβουμε υπόψη ότι το 99% τον μικρομεσαίων επιχειρήσεων δεν εξάγουν εκτός ΕΕ και δεν έχουν σε τίποτα να ωφεληθούν. Επιπλέον δεν μπορούν να κάνουν χρήση ISDS/ICS (μόνο το κόστος προσφυγής υπολογίζεται στα 8 εκ.). Σύμφωνα δε με πρόσφατη μελέτη του Tufts University η απώλεια στις θέσεις εργασίας υπολογίζεται σε 203.000 για την Ευρώπη. Επιπλέον ο Καναδάς δεν έχει επικυρώσει σύμβαση περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως ILO (1949, αρ. 98), κάτι που σημαίνει ότι οι Καναδικές εταιρείες, συν τις 41.000 πολυεθνικές των ΗΠΑ που έχουν έδρα στον Καναδά, θα μπορούν να δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά με αυτούς τους όρους.

Τι προσέφεραν οι Βαλόνοι

Το αναλυτικότερο και πλέον τεκμηριωμένο πόρισμα που έχει μέχρι σήμερα κατατεθεί από θεσμικό φορέα σε σχέση με τη CETA. Εργάστηκαν όλες οι επιτροπές και κατέληξαν σε γνωμοδότηση για τις επιπτώσεις της Συμφωνίας για κάθε τομέα ξεχωριστά. Κατέθεσαν το πόρισμά τους τον Ιούνιο του 2015 ζητώντας απαντήσεις από την Κομισιόν. Δεν τους απάντησαν ποτέ. Τον Οκτώβρη η Κομισιόν απαίτησε εκβιαστικά από το Βέλγιο να δώσει την έγκρισή του αγνοώντας επιδεικτικά το πόρισμα του Κοινοβουλίου.

Η κυβέρνηση του Βελγίου έχει δεσμευτεί στο κοινοβούλιο της Βαλονίας ότι θα προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ως προς τη συνταγματικότητα και τη συμβατότητα της CETA με τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες. Πέραν τούτου, κέρδισαν το να καταστεί σαφές ότι αν ένα κοινοβούλιο αποφασίσει ότι θέλει να αποσυρθεί από την προσωρινή εφαρμογή η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να ενημερώσει την Κομισιόν και να αποσυρθεί, καθώς και περιορισμένες βελτιώσεις ICS.

Επιπλέον, κατόρθωσαν βελτιώσεις στον γεωργικό τομέα. Η αρχική συμφωνία προέβλεπε ότι οι Καναδοί θα μπορούσαν να επικαλεστούν τη ρήτρα διασφάλισης σταματώντας προσωρινά τις εισαγωγές γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων από την Ευρώπη, σε περίπτωση διατάραξης της αγοράς τους. Χρειάστηκε να επιμείνουν οι Βαλόνοι ώστε το μέτρο αυτό να ισχύει και για τους Ευρωπαίους παραγωγούς, οι οποίοι θα μπορούν να επικαλούνται επίσης τη σχετική ρήτρα σταματώντας τις εισαγωγές καναδικών προϊόντων, κάτι που δεν προβλεπόταν στην αρχική συμφωνία.
Αντιλαμβανόμαστε ότι οι Βαλόνοι με τη στάση τους και χωρίς τη συνδρομή καμίας άλλης χώρας ή κυβέρνησης κέρδισαν σημαντικές βελτιώσεις για λογαριασμό όλων των ευρωπαϊκών χωρών.

Ευρωκοινοβούλιο

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Η ελευθερία του εμπορίου VS ανθρώπινα δικαιώματα

                            



Αλεξία Κωνσταντινίδου

TTIP: Ένας δούρειος τύπος συμφωνίας... (γ@μη)CETA

Στο πλαίσιο της πρωτοφανούς σύγκλισης της πορείας των δυτικών κοινωνιών προς τη νομιμοποίηση της αγοράς ως ρυθμιστή  των κοινωνικών πραγμάτων, η TTIP, η διατλαντική συμφωνία εμπορίου και επενδύσεων και τα παρακλάδια της, NAFTA, TTP, TiSA, CETA, έρχονται να σφραγίσουν την επικράτηση των επιχειρηματικών λόμπι, έναντι των αιρετών κυβερνήσεων των κρατών, σε περίπτωση που οι τελευταίες περιορίσουν μέσω ρυθμιστικών φραγμών, τα δυνητικά κέρδη των πολυεθνικών στις αγορές των ΗΠΑ κ της ΕΕ.

Στο Ευρωκοινοβούλιο, στις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας, πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, δύο διαφορετικές εκδηλώσεις, με κοινό, όμως, παρονομαστή, την υπογραφή αυτής ακριβώς της συμφωνίας. Στα δύο πάνελ της πρώτης εκδήλωσης, οι ομιλητές τόνισαν με παραδείγματα ο καθένας από τη χώρα που εκπροσωπούσε, ότι οι συμφωνίες αυτές είναι συνυφασμένες με τη φτωχοποίηση των κρατών και την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η δεύτερη εκδήλωση με τίτλο «CETA: Η TTIP με καναδική μάσκα», ήταν αφιερωμένη στη CETA (Comprehensive Economic and Trade Agreement), συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ανάμεσα στον Καναδά και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συζήτηση συνεχίστηκε πάνω στην εφαρμογή της CETA και τις επιπτώσεις της. Οι ομιλητές, αφού αναρωτήθηκαν για τη συμβατότητα της συμφωνίας με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, υποστήριξαν ότι υπάρχει νομικό πρόβλημα και τόνισαν στις εισηγήσεις τους, με παραδείγματα και αυτοί από τις χώρες που εκπροσωπούσαν, ότι πρόκειται ουσιαστικά για ένα αρχιτεκτονικό οικοδόμημα υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων, το οποίο αποτελεί απειλή για όλους τους παραπάνω τομείς που αναφέρθηκαν στη συζήτηση. Όπως αναφέρθηκε, η δεύτερη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία στον κόσμο, αφορά ουσιαστικά σε ένα φιλελεύθερο μοντέλο υπέρ του ελεύθερου εμπορίου και της ελεύθερης αγοράς, που όμως αυξάνει τις ανισότητες και ενισχύει τις εξουσίες των μεγάλων πολυεθνικών σε βάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ενδιαφέρον παρουσίασε η τοποθέτηση του Γερμανού καθηγητή του Πανεπιστημίου του Bielefeld, Andreas Fisahn, σχετικά με τα επενδυτικά δικαστήρια, ο οποίος τόνισε μεταξύ άλλων ότι στο πλαίσιο της CETA δημιουργείται ουσιαστικά ένα δικαστήριο CETA που είναι πολύ διαφορετικό από το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο ή τα υπόλοιπα εθνικά δικαστήρια, ένα παράλληλο νομοθετικό σύστημα υπέρ των επενδυτών, όπου «το κράτος σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει εκ των προτέρων να εξετάζει πολύ προσεκτικά κατά πόσο θα υιοθετήσει μία νέα νομοθεσία ή όχι, ακριβώς εξετάζοντας το “τι θα μου κοστίσει” ως αποζημίωση στους επενδυτές. Υπάρχει δηλαδή η δυνατότητα να υπάρχει διαφορετική νομολογία, αφενός από τα δικαστήρια της CETA και αφετέρου από τα εθνικά δικαστήρια και υπάρχει διαφοροποίηση σε ότι αφορά στις αποζημιώσεις, δηλαδή από τη μια πλευρά, στην εθνική νομοθεσία δε χρειάζεται να υπάρχει αποζημίωση, ή αν υπάρχει να θεωρείται δίκαια, ενώ στο πλαίσιο της CETA, υπάρχει πάντα αποζημίωση στην τιμή αγοράς, που σημαίνει ότι ο καθένας από τους επενδυτές μπορεί να επιλέγει το δικαστήριο και τη νομοθεσία που θέλει, ανάλογα φυσικά με τα συμφέροντά του. Κάτι τέτοιο ακριβώς αντίκειται σε αυτήν την πολύ θεμελιώδη αρχή του Κράτους Δικαίου, το οποίο έχει δύο πτυχές, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη γενικότητα του δικαίου, δηλαδή το δίκαιο ισχύει για όλους με το ίδιο τρόπο, ενώ με τη CETA, δημιουργείται ένα ειδικό νομικό καθεστώς, το οποίο θα ισχύει μόνο για αλλοδαπούς επενδυτές. Έτσι, η εξισορρόπηση που κανονικά εξασφαλίζεται με τις εθνικές νομοθεσίες μεταξύ των κρατικών συμφερόντων και των συμφερόντων του επενδυτή, δεν διατηρείται, γιατί έχουμε αποζημίωση σε ότι αφορά τα διαφυγόντα κέρδη της επένδυσης τα οποία μπορεί να είναι αρκετά υψηλά».

Για το τι σημαίνουν αυτές οι συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και τι γίνεται στην Ελλάδα όσον αφορά σε αυτές, μίλησε στο TVXS η κα Δώρα Κοτσακά, διδάκτορας πολιτικής κοινωνιολογίας και ερευνήτρια του ιδρύματος Νίκος Πουλαντζάς, με σπουδές στις πολιτικές επιστήμες και την κοινωνική ανθρωπολογία, η οποία ασχολείται εντατικά με το θέμα αυτό, ιδιαίτερα τα τελευταία τρία χρόνια.

«Στην Ελλάδα δεν ενδιαφερόταν κανείς για τις εμπορικές συμφωνίες πριν από τρία χρόνια», θα πει, «άνοιξε σιγά σιγά το θέμα μέσω εξωτερικού, αρχικά μέσω διαρροών του Wikileaks για τις διαπραγματεύσεις και αργότερα μέσω σεμιναρίων για το θέμα που πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία του ιδρύματος Rosa Luxemburg των Βρυξελλών σε διάφορες χώρες. Πήγα στην Ιταλία σε ένα σεμινάριο και ήταν έτοιμοι, τότε, πριν τρία χρόνια (!), να γνωμοδοτήσουν επιμελητήριο μικρομεσαίων επιχειρήσεων, φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης και εδώ δεν έχει κάνει κανένας ακόμα τίποτα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν έχουν ασχοληθεί, οι οποίες θα εξαφανιστούν εν ριπή οφθαλμού».