Η πρόσφατη άρνηση των Βαλόνων να συναινέσουν στην υπογραφή της CETA προσέφερε, μεταξύ άλλων, μία τεράστια υπηρεσία. Οι πολίτες έμαθαν την ύπαρξή της, καθώς και ότι συνοδεύεται από προβληματικό περιεχόμενο... αλλιώς δεν θα γινόταν τόση φασαρία.
Έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες από τότε και ενώ η δημοσιότητα σχετικά με τη συμφωνία έπαψε, οι σχετικές διεργασίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υπήρξαν πυρετώδεις και καινοφανείς ως προς την απαίτηση παράβασης θεμελιακών δημοκρατικών διαδικασιών. Η ένταση που συνοδεύει τις διαδικασίες που σχετίζονται με τη CETA συνιστά άλλη μία ένδειξη, στο πλήθος όσων έχουν συσσωρευτεί μέχρι σήμερα, ότι η εν λόγω συμφωνία ‘δεν είναι μία εμπορική συμφωνία’. Στόχος αυτής, όπως και των αδελφών ‘εμπορικών συμφωνιών νέας γενιάς’ (ΤΤΙΡ, ΤΡΡ, TiSA) είναι η δημιουργία νέων θεσμικών πλέον οργάνων, τα οποία θα επιτρέψουν την περαιτέρω αναδιανομή χρήματος και εξουσιών προς όφελος της αγοράς, που στην περίπτωσή μας σημαίνει τις πολυεθνικές εταιρείες και το χρηματιστηριακό κεφάλαιο.
Τί χάνουμε, τί κερδίζουμε
Αρχικά είναι σκόπιμο να καταστεί σαφές ότι το επιχείρημα που ακούγεται ότι ‘ο Καναδάς είναι καλύτερος από τις ΗΠΑ’ ή ‘η CETA είναι καλύτερη από την TTIP’ είναι άσχετο με το θέμα των εταιρικών διαιτητικών πάνελ (ISDS/ICS) και άρα τις συνέπειες της CETA. Το θέμα δεν είναι αν είναι καλός ή κακός ο Καναδάς, αλλά η χρήση των εταιρικών διαιτητικών πάνελ, μεταξύ άλλων, που θα κάνουν οι πολυεθνικές εταιρείες. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι 41.000 αμερικάνικες πολυεθνικές έχουν έδρα και στον Καναδά και μπορούν ωραιότατα να κάνουν τη δουλειά τους και μέσω της CETA.
Αν αυτές οι συμφωνίες φτάσουν στην εφαρμογή το συνεπαγόμενο κόστος θα είναι τεράστιο. Μετονομάζουν ως ‘εμπόδια στο εμπόριο’ κατακτήσεις και δικαιώματα σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, ενώ ταυτόχρονα βάλουν κατά του ίδιου του θεσμικού πλαισίου της Δημοκρατίας, καθιστώντας την εταιροκρατία από κακόηχη λέξη, εφαρμόσιμη δυστοπία. Την ίδια στιγμή κανείς δεν δίνει νούμερα σχετικά με το τι θα κερδίσουν οι πολίτες των ευρωπαϊκών χωρών. Ως προς τα οφέλη από τη CETA μία προσεκτική αναζήτηση αποκαλύπτει ότι πέρα από γενικόλογες αναφορές του τύπου «θα αυξηθεί η ανάπτυξη, θα κάνουν άλμα οι εξαγωγές, μεγάλη ευκαιρία για την αύξηση των θέσεων εργασίας κλπ», ακριβή νούμερα δεν δίνονται πουθενά.
Είναι ενδεικτικό ότι ενώ η Κομισιόν είναι υποχρεωμένη να εισηγείται μία Τεχνική Έκθεση ή Μελέτη Επιπτώσεων για τις εμπορικές και επενδυτικές συμφωνίες που καλεί το σώμα να κυρώσει, στην περίπτωση της CETA η εν λόγω τεχνική έκθεση είναι του 2011. Εκ τότε δεν επανήλθαν και ζητάνε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα Εθνικά Κοινοβούλια να κυρώσουν μία συνθήκη τεράστιας σημασίας χωρίς να μπουν καν στον κόπο να επικαιροποιήσουν τη μελέτη. Πρόκειται για πρωτοφανή κίνηση που υποτιμά των ρόλο των κοινοβουλίων και την αξιοπιστία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σε αυτή δε, η προσδοκώμενη αύξηση στο ΑΕΠ –με χρονικό ορίζοντα εικοσαετίας- είναι της τάξης του 0,02%-0,03% και η αντίστοιχη αύξηση στις εξαγωγές 0,05%-0,07%.
Αντιλαμβανόμαστε ότι κινούμαστε στα όρια του στατιστικού λάθους και ότι ενώ όσα δίνουμε έχουν να κάνουν με τη Δημοκρατία και τα δικαιώματά μας, αυτά που παίρνουμε δεν είναι ούτε καν ψίχουλα. Σε αυτό το σημείο καλό είναι να λάβουμε υπόψη ότι το 99% τον μικρομεσαίων επιχειρήσεων δεν εξάγουν εκτός ΕΕ και δεν έχουν σε τίποτα να ωφεληθούν. Επιπλέον δεν μπορούν να κάνουν χρήση ISDS/ICS (μόνο το κόστος προσφυγής υπολογίζεται στα 8 εκ.). Σύμφωνα δε με πρόσφατη μελέτη του Tufts University η απώλεια στις θέσεις εργασίας υπολογίζεται σε 203.000 για την Ευρώπη. Επιπλέον ο Καναδάς δεν έχει επικυρώσει σύμβαση περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως ILO (1949, αρ. 98), κάτι που σημαίνει ότι οι Καναδικές εταιρείες, συν τις 41.000 πολυεθνικές των ΗΠΑ που έχουν έδρα στον Καναδά, θα μπορούν να δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά με αυτούς τους όρους.
Τι προσέφεραν οι Βαλόνοι
Το αναλυτικότερο και πλέον τεκμηριωμένο πόρισμα που έχει μέχρι σήμερα κατατεθεί από θεσμικό φορέα σε σχέση με τη CETA. Εργάστηκαν όλες οι επιτροπές και κατέληξαν σε γνωμοδότηση για τις επιπτώσεις της Συμφωνίας για κάθε τομέα ξεχωριστά. Κατέθεσαν το πόρισμά τους τον Ιούνιο του 2015 ζητώντας απαντήσεις από την Κομισιόν. Δεν τους απάντησαν ποτέ. Τον Οκτώβρη η Κομισιόν απαίτησε εκβιαστικά από το Βέλγιο να δώσει την έγκρισή του αγνοώντας επιδεικτικά το πόρισμα του Κοινοβουλίου.
Η κυβέρνηση του Βελγίου έχει δεσμευτεί στο κοινοβούλιο της Βαλονίας ότι θα προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ως προς τη συνταγματικότητα και τη συμβατότητα της CETA με τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες. Πέραν τούτου, κέρδισαν το να καταστεί σαφές ότι αν ένα κοινοβούλιο αποφασίσει ότι θέλει να αποσυρθεί από την προσωρινή εφαρμογή η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να ενημερώσει την Κομισιόν και να αποσυρθεί, καθώς και περιορισμένες βελτιώσεις ICS.
Επιπλέον, κατόρθωσαν βελτιώσεις στον γεωργικό τομέα. Η αρχική συμφωνία προέβλεπε ότι οι Καναδοί θα μπορούσαν να επικαλεστούν τη ρήτρα διασφάλισης σταματώντας προσωρινά τις εισαγωγές γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων από την Ευρώπη, σε περίπτωση διατάραξης της αγοράς τους. Χρειάστηκε να επιμείνουν οι Βαλόνοι ώστε το μέτρο αυτό να ισχύει και για τους Ευρωπαίους παραγωγούς, οι οποίοι θα μπορούν να επικαλούνται επίσης τη σχετική ρήτρα σταματώντας τις εισαγωγές καναδικών προϊόντων, κάτι που δεν προβλεπόταν στην αρχική συμφωνία.
Αντιλαμβανόμαστε ότι οι Βαλόνοι με τη στάση τους και χωρίς τη συνδρομή καμίας άλλης χώρας ή κυβέρνησης κέρδισαν σημαντικές βελτιώσεις για λογαριασμό όλων των ευρωπαϊκών χωρών.
Ευρωκοινοβούλιο






