Αλεξία Κωνσταντινίδου
TTIP: Ένας δούρειος τύπος συμφωνίας... (γ@μη)CETA
Στο πλαίσιο της πρωτοφανούς σύγκλισης της πορείας των δυτικών κοινωνιών προς τη νομιμοποίηση της αγοράς ως ρυθμιστή των κοινωνικών πραγμάτων, η TTIP, η διατλαντική συμφωνία εμπορίου και επενδύσεων και τα παρακλάδια της, NAFTA, TTP, TiSA, CETA, έρχονται να σφραγίσουν την επικράτηση των επιχειρηματικών λόμπι, έναντι των αιρετών κυβερνήσεων των κρατών, σε περίπτωση που οι τελευταίες περιορίσουν μέσω ρυθμιστικών φραγμών, τα δυνητικά κέρδη των πολυεθνικών στις αγορές των ΗΠΑ κ της ΕΕ.
Στο Ευρωκοινοβούλιο, στις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας, πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, δύο διαφορετικές εκδηλώσεις, με κοινό, όμως, παρονομαστή, την υπογραφή αυτής ακριβώς της συμφωνίας. Στα δύο πάνελ της πρώτης εκδήλωσης, οι ομιλητές τόνισαν με παραδείγματα ο καθένας από τη χώρα που εκπροσωπούσε, ότι οι συμφωνίες αυτές είναι συνυφασμένες με τη φτωχοποίηση των κρατών και την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η δεύτερη εκδήλωση με τίτλο «CETA: Η TTIP με καναδική μάσκα», ήταν αφιερωμένη στη CETA (Comprehensive Economic and Trade Agreement), συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ανάμεσα στον Καναδά και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συζήτηση συνεχίστηκε πάνω στην εφαρμογή της CETA και τις επιπτώσεις της. Οι ομιλητές, αφού αναρωτήθηκαν για τη συμβατότητα της συμφωνίας με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, υποστήριξαν ότι υπάρχει νομικό πρόβλημα και τόνισαν στις εισηγήσεις τους, με παραδείγματα και αυτοί από τις χώρες που εκπροσωπούσαν, ότι πρόκειται ουσιαστικά για ένα αρχιτεκτονικό οικοδόμημα υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων, το οποίο αποτελεί απειλή για όλους τους παραπάνω τομείς που αναφέρθηκαν στη συζήτηση. Όπως αναφέρθηκε, η δεύτερη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία στον κόσμο, αφορά ουσιαστικά σε ένα φιλελεύθερο μοντέλο υπέρ του ελεύθερου εμπορίου και της ελεύθερης αγοράς, που όμως αυξάνει τις ανισότητες και ενισχύει τις εξουσίες των μεγάλων πολυεθνικών σε βάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ενδιαφέρον παρουσίασε η τοποθέτηση του Γερμανού καθηγητή του Πανεπιστημίου του Bielefeld, Andreas Fisahn, σχετικά με τα επενδυτικά δικαστήρια, ο οποίος τόνισε μεταξύ άλλων ότι στο πλαίσιο της CETA δημιουργείται ουσιαστικά ένα δικαστήριο CETA που είναι πολύ διαφορετικό από το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο ή τα υπόλοιπα εθνικά δικαστήρια, ένα παράλληλο νομοθετικό σύστημα υπέρ των επενδυτών, όπου «το κράτος σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει εκ των προτέρων να εξετάζει πολύ προσεκτικά κατά πόσο θα υιοθετήσει μία νέα νομοθεσία ή όχι, ακριβώς εξετάζοντας το “τι θα μου κοστίσει” ως αποζημίωση στους επενδυτές. Υπάρχει δηλαδή η δυνατότητα να υπάρχει διαφορετική νομολογία, αφενός από τα δικαστήρια της CETA και αφετέρου από τα εθνικά δικαστήρια και υπάρχει διαφοροποίηση σε ότι αφορά στις αποζημιώσεις, δηλαδή από τη μια πλευρά, στην εθνική νομοθεσία δε χρειάζεται να υπάρχει αποζημίωση, ή αν υπάρχει να θεωρείται δίκαια, ενώ στο πλαίσιο της CETA, υπάρχει πάντα αποζημίωση στην τιμή αγοράς, που σημαίνει ότι ο καθένας από τους επενδυτές μπορεί να επιλέγει το δικαστήριο και τη νομοθεσία που θέλει, ανάλογα φυσικά με τα συμφέροντά του. Κάτι τέτοιο ακριβώς αντίκειται σε αυτήν την πολύ θεμελιώδη αρχή του Κράτους Δικαίου, το οποίο έχει δύο πτυχές, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη γενικότητα του δικαίου, δηλαδή το δίκαιο ισχύει για όλους με το ίδιο τρόπο, ενώ με τη CETA, δημιουργείται ένα ειδικό νομικό καθεστώς, το οποίο θα ισχύει μόνο για αλλοδαπούς επενδυτές. Έτσι, η εξισορρόπηση που κανονικά εξασφαλίζεται με τις εθνικές νομοθεσίες μεταξύ των κρατικών συμφερόντων και των συμφερόντων του επενδυτή, δεν διατηρείται, γιατί έχουμε αποζημίωση σε ότι αφορά τα διαφυγόντα κέρδη της επένδυσης τα οποία μπορεί να είναι αρκετά υψηλά».
Για το τι σημαίνουν αυτές οι συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και τι γίνεται στην Ελλάδα όσον αφορά σε αυτές, μίλησε στο TVXS η κα Δώρα Κοτσακά, διδάκτορας πολιτικής κοινωνιολογίας και ερευνήτρια του ιδρύματος Νίκος Πουλαντζάς, με σπουδές στις πολιτικές επιστήμες και την κοινωνική ανθρωπολογία, η οποία ασχολείται εντατικά με το θέμα αυτό, ιδιαίτερα τα τελευταία τρία χρόνια.
«Στην Ελλάδα δεν ενδιαφερόταν κανείς για τις εμπορικές συμφωνίες πριν από τρία χρόνια», θα πει, «άνοιξε σιγά σιγά το θέμα μέσω εξωτερικού, αρχικά μέσω διαρροών του Wikileaks για τις διαπραγματεύσεις και αργότερα μέσω σεμιναρίων για το θέμα που πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία του ιδρύματος Rosa Luxemburg των Βρυξελλών σε διάφορες χώρες. Πήγα στην Ιταλία σε ένα σεμινάριο και ήταν έτοιμοι, τότε, πριν τρία χρόνια (!), να γνωμοδοτήσουν επιμελητήριο μικρομεσαίων επιχειρήσεων, φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης και εδώ δεν έχει κάνει κανένας ακόμα τίποτα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν έχουν ασχοληθεί, οι οποίες θα εξαφανιστούν εν ριπή οφθαλμού».